Τρία τραγούδια του Bloody Hawk για το κατηχητικό
Written by v.psychogios on 18/10/2026

Από το pemptousia.gr /
Δημήτριος Ματός, Επαγγελματίας της Πληροφορικής και Μουσικός
Η τέχνη που δεν στρατεύεται
Υπάρχει μια τέχνη που ξέρει από πριν τι θέλει να μας πει. Είναι η λεγόμενη «στρατευμένη τέχνη»: η τέχνη που υπηρετεί συνειδητά μια πολιτική, κοινωνική ή και θρησκευτική ιδεολογία, με στόχο την «αφύπνιση», την προπαγάνδα, την αλλαγή της κοινωνίας. Το μέτρο της είναι η αποτελεσματικότητα· ο θεατής ή ο ακροατής της δεν είναι πρόσωπο αλλά κοινό προς πειθώ. Και επειδή ζει από τον σκοπό της, πεθαίνει μαζί του: όταν σβήσει το σύνθημα, μένει ένα κέλυφος.
Για εμάς τους Ορθοδόξους το κριτήριο είναι άλλο. Αξία έχει η τέχνη που μεταφέρει αβίαστα την αλήθεια που ζει ο δημιουργός της. Αυτό ακριβώς είναι και η λατρευτική τέχνη της Εκκλησίας μας. Ο αγιογράφος δεν «διαφημίζει» την πίστη· την αναπνέει. Νηστεύει και προσεύχεται πριν πιάσει το πινέλο όχι ως τεχνική πειθούς, αλλά γιατί δεν μπορείς να ζωγραφίσεις το Φως αν δεν το έχεις αντικρίσει, έστω από μακριά. Η εικόνα δεν προπαγανδίζει — φανερώνει. Το ίδιο και ο Παπαδιαμάντης: δεν έγραψε ποτέ «χριστιανική λογοτεχνία» με πρόγραμμα και ατζέντα· έγραψε την αλήθεια που ζούσε, και γι’ αυτό κάθε σελίδα του μοσχοβολά Ορθοδοξία χωρίς να το επιδιώκει.
Με αυτό το κριτήριο θα υποστηρίξω κάτι που ίσως ξενίσει: τρία τραγούδια ενός ράπερ από την Ξάνθη, ο οποίος δεν αυτοπροσδιορίζεται θρησκευτικά και δεν απευθύνεται σε εκκλησιαστικό κοινό, είναι βαθύτερα «χριστιανικά» — και πολύ χρησιμότερα για το κατηχητικό μας — από τα περισσότερα τραγουδάκια που κυκλοφορούν με την ετικέτα «χριστιανικό τραγούδι».
Ένα παιδί από τις εργατικές πολυκατοικίες της Ξάνθης
Ο Νικόλαος Κίτσος, γνωστός ως Bloody Hawk, γεννήθηκε το 1995 και μεγάλωσε στις εργατικές πολυκατοικίες της Ξάνθης. Σήμερα, τριαντάρης πια, είναι από τις σημαντικότερες φωνές της ελληνικής ραπ. Το υλικό του όμως δεν είναι το υλικό της ραπ βιτρίνας — χρήμα, αυτοκίνητα, επίδειξη. Το υλικό του είναι η γειτονιά: οι γείτονες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες που του διηγούνται τις ιστορίες τους κι εκείνος τις κάνει τραγούδια· η μάνα με το ραδιόφωνο του μεσημεριού· ο φίλος που δουλεύει στο βενζινάδικο· το ΚΤΕΛ τα χαράματα.
Αυτό που μεταφέρει αβίαστα ο Κίτσος είναι η αξιοπρέπεια της Ρωμιοσύνης, όπως αυτή επιβιώνει σε όλες τις μορφές της μέσα στην ελληνική εργατική τάξη: το φιλότιμο, η υπομονή, η αλληλεγγύη των φτωχών, η τιμή στους γονείς, η ντροπή που ακόμη σώζει. Δεν γνωρίζουμε τι πιστεύει ο ίδιος, και για το παρόν άρθρο δεν μας αφορά. Μας αφορά ότι η αλήθεια που ζει και καταθέτει είναι ζυμωμένη με ένα ήθος που το αναγνωρίζουμε αμέσως: είναι το ήθος του Ευαγγελίου, όπως σαρκώθηκε επί αιώνες στον λαό μας — ακόμη κι εκεί που ο λαός μας έχει ξεχάσει από πού το πήρε.

Εικονογράφηση: Γεράσιμος Κανάκης
Ας δούμε τα τρία τραγούδια.
«Το Εικοσάλεπτο»: ανατομία μιας μετάνοιας
(από τον δίσκο «1 Ευρώ», 2019)
Η ιστορία είναι απλή, σχεδόν ευαγγελική στη λιτότητά της. Χαράματα στο ΚΤΕΛ της Ξάνθης, ένας φοιτητής με δύο πενηντάρικα στην τσέπη περιμένει το λεωφορείο για την εξεταστική στην Κομοτηνή. Στο κυλικείο εμφανίζεται ένας ρακένδυτος ηλικιωμένος. Ο νεαρός τον σιχαίνεται με την πρώτη ματιά· τον περνάει για κλέφτη ή ζητιάνο, κρύβει βιαστικά τα ρέστα του βαθιά στην τσέπη, τον παρακολουθεί με καχυποψία και μίσος. Ο γέροντας πλησιάζει, ζητά ταπεινά συγγνώμη για την ενόχληση και εξηγεί: έχει ξεμείνει δύο μέρες εκεί και του λείπει ένα ευρώ για το εισιτήριο της επιστροφής στο χωριό του. Ο νεαρός του πετά υποτιμητικά ένα κέρμα. Και τότε έρχεται η ανατροπή: ο γέροντας ξεσπά σε δάκρυα ευγνωμοσύνης, κόβει το εισιτήριό του, επιστρέφει για να δώσει στον νεαρό τα ρέστα — είκοσι λεπτά — και του φιλά τα χέρια. Ο αφηγητής παγώνει.
Αυτός που γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια, αυτός που πάλεψε μια ζωή να μην τον κρίνουν απ’ την εμφάνισή του, μόλις μίσησε έναν άνθρωπο για τα ρούχα του. Έγινε, όπως ομολογεί ο ίδιος, όλα όσα σιχαινόταν.
Φίλησε τα βρόμικά μου χεριά ενώ απ’ τη μεριά μου η απόλυτη σιγή
Τα ποδιά μου κόλλησαν και το στόμα μου πάγωσε, σ’ όλη τη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ντροπή
Γιατί εγώ που έχω γεννηθεί στη λάσπη και το χώμα Εγώ που έχω φάει τόσο πόλεμο σε όλα
Εγώ που μάτωσα για να μην κρίνουνε τα μούτρα μου Μόλις μίσησα κάποιον από τα ρούχα του
Προσέξτε τι δεν είναι αυτό το τραγούδι. Δεν είναι τραγούδι «για τη φτώχεια» ή «κατά του ρατσισμού» — αυτό θα ήταν στρατευμένη τέχνη, με τον αφηγητή στη βολική θέση του καταγγέλλοντος. Είναι εξομολόγηση. Ο Κίτσος δεν καταγγέλλει την κοινωνία· καταγγέλλει τον εαυτό του, σε πρώτο πρόσωπο, με ανελέητη ειλικρίνεια. Αυτό είναι το ήθος του εξομολογητηρίου, και είναι σπανιότατο στη σύγχρονη τέχνη κάθε είδους.
Το θεολογικό βάθος του τραγουδιού είναι εντυπωσιακό, ακριβώς επειδή είναι αθέλητο:
Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Ο αφηγητής ξεκινά ως Φαρισαίος: αυτοδικαιώνεται μέσα του, απαριθμεί τι τίμια κέρδισε, τι δεν έκλεψε, πόσο ανώτερος είναι από τον «ζητιάνο» απέναντί του. Και τελειώνει ως Τελώνης, με το κεφάλι σκυμμένο, χωρίς λόγια. Η παραβολή του Λουκά (18, 9-14) δεν διδάσκεται εδώ — βιώνεται, μέσα σε πέντε λεπτά, στο κυλικείο ενός ΚΤΕΛ.
Ο φτωχός ως εικόνα του Χριστού. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40). Ο «ελάχιστος αδελφός» του τραγουδιού δεν αποκαλύπτεται ρητά ως Χριστός — αλλά η οικονομία της σκηνής είναι ακριβώς αυτή του Ευαγγελίου: στο τέλος δεν ευεργετεί ο νεαρός τον γέροντα, αλλά ο γέροντας τον νεαρό. Αυτός που περιφρονήθηκε είναι αυτός που ευλογεί, που φιλά τα χέρια, που χαρίζει την αυτογνωσία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τραγούδι έχει συχνά συγκριθεί με το
«How Much a Dollar Cost» του Kendrick Lamar, όπου ο επαίτης της ιστορίας αποκαλύπτεται στο τέλος ως ο ίδιος ο Θεός. Ο Κίτσος αφήνει τη θεοφάνεια ανείπωτη — και ίσως γι’ αυτό πιο διαπεραστική.
Το καλό που νικά το κακό. «Μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. 12, 21). Ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού είναι σχεδόν παράφραση του αποστολικού λόγου: ο αφηγητής έδωσε το μίσος του και πήρε πίσω ένα χαμόγελο. Ο αγράμματος γέροντας, χωρίς να το ξέρει, εφάρμοσε τον Παύλο.
— Μίσησα το χαζό μου μυαλό γιατί είχε δράσει μ’ έναν τρόπο κατασκότεινο Σήμερα έδωσα το μίσος μου σε κάποιον κι αυτός μου γύρισε πίσω ένα χαμόγελο.
Η ντροπή που σώζει. Οι Πατέρες διακρίνουν τη λύπη που συντρίβει από τη λύπη που ανασταίνει: «ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται» (Β’ Κορ. 7, 10). Η ντροπή του αφηγητή δεν είναι ενοχική αυτομαστίγωση· είναι αφύπνιση, αλλαγή νου — μετάνοια με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.
Για το κατηχητικό, το τραγούδι είναι θησαυρός, γιατί οι έφηβοι ξέρουν αυτό το συναίσθημα από μέσα: κρίνουν και κρίνονται καθημερινά από ρούχα, μάρκες, κινητά, εμφάνιση. Το τραγούδι δεν τους λέει «μην κρίνετε» — τους δείχνει τον εσωτερικό μηχανισμό της περιφρόνησης και την κατάρρευσή του, και τους αφήνει να βγάλουν μόνοι το συμπέρασμα. Αυτή είναι η διαφορά της τέχνης από το κήρυγμα.

Εικονογράφηση: Γεράσιμος Κανάκης
«Ήρωες»: η ευγνωμοσύνη ως τρόπος ζωής
(2021)
Αν το «Εικοσάλεπτο» είναι εξομολόγηση, οι «Ήρωες» είναι δοξολογία. Την ώρα που η ραπ διεθνώς λατρεύει το είδωλο του self-made man — «τα κατάφερα μόνος μου, ενάντια σε όλους» — ο Κίτσος γράφει ένα ολόκληρο τραγούδι για να πει το ακριβώς αντίθετο: ότι τίποτε από όσα πέτυχε δεν το κατάφερε μόνος.
Ήρωές του δεν είναι διασημότητες· είναι οι αφανείς δίπλα του. Ο φίλος που δουλεύει όλη μέρα στο βενζινάδικο, συντηρεί ένα σπίτι και βρίσκει ακόμη δυνάμεις να στηρίζει την καριέρα του. Οι γείτονες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, που του εμπιστεύονται τις ιστορίες τους. Η μάνα που άνοιγε το ραδιόφωνο τα μεσημέρια και, χωρίς να το ξέρει, τον έκανε τραγουδιστή του λαού. Ο πατέρας — φτωχό και ορφανό παιδί από χωριό — που στέκεται πρώτο του πρότυπο, γιατί του έμαθε να ξεπερνά τα όριά του. Και μια μάνα που έχασε το παιδί της: ο Κίτσος φαντάζεται τα βράδια της με τα δάκρυα, και υποκλίνεται στο πώς κάθε πρωί στέκεται αλύγιστη — «δεν έχω ξαναδεί», ομολογεί, ψυχή με τέτοια δύναμη.
Πόνεσα, έχασα, νίκησα, έμαθα Τίποτα απ’ αυτά δεν τα ‘χω κάνει μόνος
Πατέρα, είσαι το πρώτο πρώτυπό μου Με βλέπεις στη σκηνή και σε βλέπω στον εαυτό μου Ένα φτωχό παιδί κι ορφανό παιδί από χωριό, φαντάσου Μου ‘μαθες πώς γίνεται να σπας τα όριά σου
Θεολογικά, το τραγούδι είναι ένα μάθημα ευχαριστιακού ήθους. Ο άνθρωπος της Εκκλησίας δεν είναι άτομο αλλά πρόσωπο: υπάρχει μέσα σε σχέσεις, και ό,τι έχει το έχει ως δώρο. Η Θεία Λειτουργία λέγεται Ευχαριστία ακριβώς επειδή αυτή είναι η στάση ζωής που καλλιεργεί: να αναγνωρίζεις τα πάντα ως δωρεά και να τα επιστρέφεις με ευγνωμοσύνη. Ο Κίτσος, όταν του απονέμεται το βραβείο δίσκου της χρονιάς, απαντά πως το βραβείο που πραγματικά μετράει γι’ αυτόν το έχει ήδη: την εκτίμηση της γειτονιάς του. Πόσοι από εμάς, με πολύ περισσότερη «κατήχηση» στο ενεργητικό μας, ιεραρχούμε έτσι τις τιμές;
Υπάρχει κι εδώ η πέμπτη εντολή, ολοζώντανη: «τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου». Πόσα σύγχρονα τραγούδια, σε οποιοδήποτε είδος, τιμούν δημόσια τον πατέρα και τη μάνα — όχι με συναισθηματισμό, αλλά με σεβασμό και αναγνώριση οφειλής; Και υπάρχει, τέλος, η μορφή της χαροκαμένης μάνας, που έρχεται κατευθείαν από τα βάθη της παράδοσής μας: η υπομονή ως άθλημα, το πένθος που δεν λυγίζει τον άνθρωπο αλλά τον αγιάζει. Οι «ήρωες» του τραγουδιού είναι, με εκκλησιαστική γλώσσα, οι άγιοι της διπλανής πόρτας.
Στο κατηχητικό, το τραγούδι ανοίγει αβίαστα μια συζήτηση που αλλιώς δύσκολα ξεκινά: ποιοι είναι οι δικοί σας ήρωες; Γιατί θαυμάζουμε τους influencers και όχι τον πατέρα που σηκώνεται στις πέντε; Τι σημαίνει να ζεις με ευγνωμοσύνη — και τι σχέση έχει αυτό με το ότι η Λειτουργία μας λέγεται Ευχαριστία;
«Κουτί»: μια σύγχρονη παραβολή της πλεονεξίας
(από την τρίτη συλλογή «Φθηνά Tricks», 2025)
Το τρίτο τραγούδι είναι το πιο ανοιχτά αλληγορικό — μια παραβολή με την αυστηρή, ευαγγελική έννοια του όρου. Ένας άνθρωπος ξυπνά μέσα σε ένα άδειο λευκό κουτί: χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα, χωρίς ρολόγια. Βρίσκει ένα μολύβι και γράφει στον τοίχο μια λίστα με όσα πραγματικά χρειάζεται: ένα στρώμα, λίγο νερό και φαγητό, μια καρέκλα, τα γυαλιά του, ένα παλτό για το κρύο. Κοιμάται· και όταν ξυπνά, όλα βρίσκονται μπροστά του. Συγκινημένος, γράφει στον τοίχο ένα «ευχαριστώ». Και μετά αρχίζει η κατρακύλα. Αφού το σύστημα δουλεύει, γιατί να μη ζητήσει κι άλλα; Όχι απλώς φαγητό — κάτι νοστιμότερο. Όχι καρέκλα — δερμάτινη πολυθρόνα. Όχι ποδήλατο — αυτοκίνητο. Το τηλέφωνο νεότερο, το μπάνιο με μάρμαρο, ο καθρέφτης να τον δείχνει «θεϊκό». Και το τελευταίο, πιο αποκαλυπτικό αίτημα: ένα παράθυρο — όχι για να βλέπει τον κόσμο, αλλά για να τον βλέπει ο κόσμος. Το ρεφρέν του τραγουδιού είναι ένα μονότονο, εθιστικό, ατέλειωτο αίτημα για «περισσότερα». Και το φινάλε, συντριπτικό: κάθε μέρα η λίστα μεγαλώνει και κάθε νύχτα ο ενθουσιασμός πέφτει· τίποτε πια δεν τον γεμίζει· το παλάτι που έχτισε με τις ευχές του το ονομάζει πλέον φυλακή του· και κάποιες νύχτες θα αντάλλαζε όλα όσα έχει για να ξαναβρεί το άδειο λευκό κουτί.
Μα κάποιες μέρες, ναι, κάποιες μέρες Ό,τι κι αν έχω, δε με γεμίζει Μα κάποιες νύχτες, ωχ, κάποιες νύχτες Πρωτού να κοιμηθώ στη φυλακή μου Θ’ αντάλλαζα ό,τι έχω και δεν έχω Για να ‘χω πίσω το λευκό κουτί μου
Δεν χρειάζεται ερμηνευτικό κλειδί: το κουτί είναι η καταναλωτική κοινωνία μας, και ο έγκλειστος είμαστε όλοι εμείς. Αλλά η διάγνωση του τραγουδιού είναι, γράμμα προς γράμμα, η διάγνωση της ασκητικής μας παράδοσης:
Η πλεονεξία ως ειδωλολατρία. «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν… καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία» (Κολ. 3, 5). Ο ήρωας του τραγουδιού δεν προσκυνά κανένα άγαλμα· προσκυνά τη λίστα του. Και η λίστα, όπως κάθε είδωλο, ζητά διαρκώς περισσότερα και δεν δίνει τίποτε.
Ο άφρων πλούσιος. Η παραβολή του Λουκά (12, 13-21) είναι το ακριβές ευαγγελικό αντίστοιχο: ο άνθρωπος που γκρεμίζει τις αποθήκες του για να χτίσει μεγαλύτερες, βέβαιος ότι εκεί θα αναπαυθεί η ψυχή του. «Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ τῆς πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. 12, 15). Το «Κουτί» είναι αυτή η παραβολή, ξαναειπωμένη στη γλώσσα της γενιάς του Amazon και του scroll.
Η επιθυμία που τρέφεται δεν χορταίνει — φουντώνει. Είναι κοινή διδασκαλία των νηπτικών Πατέρων ότι το πάθος δεν καταπραΰνεται με την ικανοποίησή του· μεγαλώνει με αυτήν, όπως η φωτιά με τα ξύλα. Το τραγούδι το αποδεικνύει σχεδόν εργαστηριακά: κάθε εκπληρωμένη ευχή γεννά τρεις καινούργιες, και το «ευχαριστώ» της πρώτης μέρας δεν ξαναγράφεται ποτέ. Η απώλεια της ευχαριστίας είναι η αρχή της φυλακής.
Το κελί και η ελευθερία. Ίσως το πιο συγκλονιστικό: το τραγούδι καταλήγει, από την ανάποδη, στην ασκητική αλήθεια της Εκκλησίας. Το λιτό κελί του μοναχού — αυτό το «λευκό κουτί» — δεν είναι στέρηση· είναι ελευθερία. «Ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α’ Τιμ. 6, 6-8). Ελεύθερος δεν είναι όποιος έχει ό,τι θέλει, αλλά όποιος δεν τον έχουν αυτά που έχει. Ο ήρωας του τραγουδιού το ανακαλύπτει με τον σκληρό τρόπο — και μαζί του ο ακροατής.
Στο κατηχητικό, το «Κουτί» προσφέρει την καλύτερη αφόρμηση που έχω συναντήσει για δύο δύσκολες συζητήσεις: τον καταναλωτισμό και τη νηστεία. Ζητήστε από τα παιδιά να γράψουν τη δική τους «λίστα» και ρωτήστε τα, τίμια: πού σταματά; Και μετά ανοίξτε τη συζήτηση για το γιατί η Εκκλησία νηστεύει — όχι ως διαιτολόγιο, αλλά ως άσκηση ελευθερίας από το αδηφάγο «θέλω κι άλλο». Το τραγούδι θα έχει ήδη κάνει τη μισή δουλειά.
Γιατί όχι τα «χριστιανικά τραγουδάκια
Και ερχόμαστε στο αγκάθι. Κυκλοφορεί, καλοπροαίρετα, ένα ολόκληρο ρεπερτόριο «χριστιανικών τραγουδιών» για παιδιά και νέους: στιχάκια με ομοιοκαταληξία, ηθικά διδάγματα, «μηνύματα». Ας το πούμε καθαρά: αυτό είναι στρατευμένη τέχνη με θρησκευτικό πρόσημο. Γράφτηκε για να πείσει, να διδάξει, να «περάσει» κάτι — δηλαδή γεννήθηκε με το ίδιο ελάττωμα που καταλογίζουμε στην κομματική τέχνη κάθε απόχρωσης. Και τα παιδιά, ιδίως οι έφηβοι, διαθέτουν αλάνθαστο ένστικτο για την ανειλικρίνεια. Όταν τους σερβίρουμε ψεύτικη τέχνη στο όνομα του Χριστού, το συμπέρασμα που βγάζουν σιωπηλά δεν είναι ότι η τέχνη είναι ψεύτικη — είναι ότι η πίστη είναι κάτι παιδικό και κατασκευασμένο, κάτι που το ξεπερνάς μαζί με τα παιδικά τραγουδάκια.
Τα τρία τραγούδια του Bloody Hawk κάνουν το αντίθετο. Κερδίζουν την εμπιστοσύνη των παιδιών επειδή είναι αληθινά: μιλούν τη γλώσσα τους, την εμπειρία τους, τον κόσμο τους — και μέσα από αυτόν τον κόσμο αναδύεται αβίαστα, σαν προζύμι μέσα στο ζυμάρι, η αλήθεια του Ευαγγελίου: η μετάνοια, η ευχαριστία, η αυτάρκεια. Ο κατηχητής δεν χρειάζεται να «χριστιανοποιήσει» τα τραγούδια. Χρειάζεται μόνο να ανοίξει δίπλα τους το Ευαγγέλιο και να αφήσει τη συνάντηση να συμβεί.
Μια αναγκαία διευκρίνιση, για να μην πέσουμε στο ίδιο αμάρτημα από την ανάποδη: δεν «στρατολογούμε» τον Bloody Hawk. Δεν τον βαφτίζουμε «χριστιανό καλλιτέχνη», δεν του φοράμε ράσο που δεν ζήτησε. Απλώς αναγνωρίζουμε την αλήθεια εκεί όπου βρίσκεται, όπως μας δίδαξαν οι Πατέρες με τη διδασκαλία περί «σπερματικού λόγου»: ο σπόρος του Λόγου είναι σπαρμένος σε κάθε γνήσια ανθρώπινη αλήθεια, και ό,τι αληθινό υπάρχει στον κόσμο, του Χριστού είναι.
«Ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια… ταῦτα λογίζεσθε» (Φιλ. 4, 8).
Πρακτικές οδηγίες για τον κατηχητή
Πρώτον, οι ηλικίες. Τα τραγούδια αυτά απευθύνονται στο κατηχητικό των μεγάλων παιδιών — Γ’ Γυμνασίου και Λυκείου. Δεν είναι υλικό για τα μικρά.
Δεύτερον, η γλώσσα — και εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια, όχι υπεκφυγή. Το «Εικοσάλεπτο» ιδίως περιέχει σκληρές και χυδαίες λέξεις. Ο κατηχητής έχει δύο δρόμους: είτε να δουλέψει με επιλεγμένα αποσπάσματα, είτε — προτιμότερο στο Λύκειο — να ακουστεί το τραγούδι ολόκληρο, με έναν σύντομο πρόλογο: η γλώσσα αυτή είναι η γλώσσα της περιφρόνησης και του θυμού, και ανήκει στο
«πριν» της μετάνοιας· το ίδιο το τραγούδι είναι που την καταδικάζει. Η τέχνη που περιγράφει την αμαρτία δεν την προπαγανδίζει — αλλιώς θα έπρεπε να λογοκρίνουμε τον Ντοστογιέφσκι και μισό Γεροντικό. Τα παιδιά, άλλωστε, ακούν αυτά τα τραγούδια ήδη, στα ακουστικά τους, χωρίς εμάς. Ο κατηχητής που θα υποκριθεί ότι η γλώσσα αυτή δεν υπάρχει θα χάσει την εμπιστοσύνη τους· αυτός που θα τη σχολιάσει τίμια θα την κερδίσει. Η τελική κρίση ανήκει, φυσικά, στον κατηχητή που γνωρίζει τα παιδιά του, σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο ιερέα.
Τρίτον, η μέθοδος. Ακούμε το τραγούδι ολόκληρο, χωρίς εισαγωγή και χωρίς σχόλια — καμία αναγγελία του τύπου «σήμερα θα βρούμε το χριστιανικό μήνυμα στη ραπ», που σκοτώνει τη συνάντηση πριν συμβεί. Αφήνουμε πρώτα τα παιδιά να μιλήσουν: τι τους άγγιξε, τι τους ενόχλησε, ποιον κατάλαβαν. Και μόνο μετά ανοίγουμε το ευαγγελικό κείμενο — για το «Εικοσάλεπτο» την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 9-14) και την Κρίση των εθνών (Ματθ. 25, 31-46)· για τους «Ήρωες» την πέμπτη εντολή και μια συζήτηση για την Ευχαριστία· για το «Κουτί» τον άφρονα πλούσιο (Λουκ. 12, 13-21) και τη νηστεία. Και αφήνουμε τα ίδια τα παιδιά να κάνουν τη σύνδεση. Θα την κάνουν — και θα τη θυμούνται, γιατί θα είναι δική τους.
Επίλογος
Η Ρωμιοσύνη δεν φυλάσσεται σε προθήκες μουσείων ούτε επιβιώνει μόνο στα πανηγύρια. Ζει — ταλαιπωρημένη, αλλά ζωντανή — στις εργατικές πολυκατοικίες, στα ΚΤΕΛ των χαραμάτων, στα βενζινάδικα, στις μάνες με το μεσημεριανό ραδιόφωνο. Και όταν ένα παιδί από την Ξάνθη παίρνει αυτή τη ζωή και την κάνει τραγούδι, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς ατζέντα, η αλήθεια που κουβαλά αυτή η ζωή βγαίνει στην επιφάνεια ολόκληρη — μαζί με το ευαγγελικό της βάθος, που ούτε ο ίδιος ίσως υποψιάζεται.
Το κατηχητικό μας δεν χρειάζεται τραγούδια που μιλούν για τον Θεό χωρίς να λένε την αλήθεια. Χρειάζεται τραγούδια που λένε την αλήθεια — γιατί εκεί όπου λέγεται η αλήθεια, ο Θεός βρίσκει πάντοτε τρόπο να μιλήσει.