Current track

Title

Artist

Current show

Current show


Περί πυροτεχνημάτων..

Written by on 11/04/2026

Διαγωνίως απέναντι από την εκκλησία των Ταξιαρχών, στην Καλαμαριά, ήταν μία μονοκατοικία, στην οποία είχε το παντοπωλείο του ο κυρ-Φώτης. Στην αυλή του παντοπωλείου υπήρχε ένα πελώριο πεύκο και, δίπλα ακριβώς, μία πολυκατοικία, στην οποία έμενε ένας συμμαθητής μου, ο Βοτσαρίδης. Ο αδελφός της θείας μου, της Ζωής, λεγόταν Περικλής και ήταν στον στρατό πυροτεχνουργός, νομίζω. Πολύ μάγκας, Τουμπιώτης, με μηχανάκι.
Μας είχε μάθει, λοιπόν, ένα κόλπο: παίρναμε σύρμα απ’ αυτό που τρίβουν τις κατσαρόλες, με τις ψιλές τις τρίχες, και το δέναμε σε ένα άλλο, χοντρό σύρμα. Το ανάβαμε και το περιστρέφαμε, κι αυτό πετούσε σπίθες, επειδή καιγόταν σιγά-σιγά.
Ένα βράδυ Ανάστασης ανεβήκαμε στην ταράτσα του Βοτσαρίδη και, από ψηλά, περιμέναμε να βγει το Άγιο Φως. Τότε ανάψαμε το αυτοσχέδιο πυροτέχνημα.
Πραγματικά, άρχισε να πετάει σπίθες, αλλά δεν είχαμε στερεώσει καλά το σύρμα για τις κατσαρόλες επάνω στο άλλο σύρμα, με αποτέλεσμα να φύγει και, έτσι όπως ήταν πυρωμένο, να πάει πάνω στο πεύκο. Τότε, λοιπόν, πήρε φωτιά το πεύκο και κάηκε πάρα πολύ όμορφα, προσφέροντας ένα εξαιρετικό πυροτέχνημα σε όλο τον κόσμο που είχε μαζευτεί για την Ανάσταση, φίλε, στην εκκλησία των Ταξιαρχών.
Ο ίδιος θείος, ο Περικλής, μου είχε δείξει πώς να κατασκευάζω κροτίδες. Σε ένα στυλό ξεκινούσα να τυλίγω μία λωρίδα χαρτί· δημιουργούνταν ένας κύλινδρος και, όταν έφτανε το 1-2 χιλιοστά πάχος, τότε το κολλούσα. Τη μία μεριά την έκλεινα καλά με τσιμέντο, το οποίο έπηζε και γινόταν ένα με τον χάρτινο κύλινδρο. Την άλλη μεριά επίσης έβαζα τσιμέντο, αφού πρώτα το γέμιζα όλο με μπαρούτι. Στη μία πλευρά έκανα μία μικρή τρυπούλα, για να μπορέσει να μπει το φυτίλι.

Όταν έκανα, λοιπόν, το πρώτο μου βαρελότο με αυτόν τον τρόπο, ήταν μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής. Είπα στον φίλο μου, τον Νίκο τον Μηναΐδη, να με συναντήσει στη γωνία Αδραμυττίου και Ευελπίδων, όπου επιχειρήσαμε να το ανάψουμε. Θυμάμαι να του λέω χαρακτηριστικά ότι “το κρατάς και, μόλις κάνει ένα «φσσστ», που θα πάρει φωτιά το φυτίλι, το πετάς για να σκάσει μακριά μας”. Πραγματικά, έτσι έγινε, με τη διαφορά ότι δεν έκανε το «φσσστ» όταν πήρε φωτιά, αλλά έσκασε κατευθείαν.
Η επόμενη σκηνή διαδραματίστηκε μέσα στο ταξί, όπου εγώ και ο Νίκος καθόμασταν στο πίσω κάθισμα. Ο πατέρας του Νίκου, ο κύριος Μηνάς, καθόταν στο μπροστά κάθισμα και το ταξί μάς πήγαινε στον Ερυθρό Σταυρό, στο λιμάνι. Ο κύριος Μηνάς ήταν αγχωμένος, γιατί τα δάχτυλα του γιου του αιμορραγούσαν. Εκτός αυτού, αναγκάστηκε να αφήσει κάποιον στο πόδι του στο μπακάλικο που είχαν, ενώ, αντίθετα, ο Νίκος, στο πίσω κάθισμα, προσπαθούσε να βγάλει τα κορδόνια από το ένα του παπούτσι για να δέσει το χέρι του και να σταματήσει η αιμορραγία. Καπου θα το είχε δει, σε κανένα έργο. Βέβαια, τα κορδόνια ήταν πάρα πολύ λεπτά και το μπράτσο του πάρα πολύ παχουλό για να μπορέσει να σταματήσει την αιμορραγία.
Ο Νίκος μου το κρατούσε χρόνια, επειδή του έκαναν αντιτετανικό ορό και δεν μπορούσε να φάει αρνί ανήμερα του Πάσχα. Όλοι έτρωγαν και έπιναν, κι αυτός αναγκάστηκε στο δραματικό μαρτύριο της πείνας.

Μία άλλη επαφή με αυτά τα πυροτεχνήματα ήταν με τις κεραίες των αυτοκινήτων. Σπάζαμε και κλέβαμε εκείνες τις κεραίες των αυτοκινήτων που ήταν πτυσσόμενες. Κρατούσαμε το κομμάτι το οποίο ήταν πιο χοντρό, πιο παχύ, και από τη μία μεριά, με μία πένσα, το γυρίζαμε δυο-τρεις φορές, για να μη μπορεί να φύγει η πίεση από εκεί.
Κλασικά, το γεμίζαμε μπαρούτι και μετά το σφίγγαμε κι απ’ την άλλη μεριά. Όλο αυτό το ακουμπούσαμε πάνω σε ένα βαμβάκι, στο οποίο βάζαμε φωτιά, και περιμέναμε να εκτοξευτεί.
Μια φορά το δοκιμάσαμε κάπου στην οδό Πόντου, στην Καλαμαριά, με τον φίλο μου τον Στάθη τον Μυρωνίδη, και έτσι όπως έσκασε και εκσφενδονίστηκε, μπήκε, σπάζοντας το τζάμι, σε μια κουζίνα, όπου βγήκε έντρομη μια γιαγιά, η οποία προφανέστατα είχε ζήσει την προσφυγιά και το κυνηγητό των Τούρκων, και φώναζε κάτι στα ποντιακά: «Έρτεν οι Τούρκοι, έρτεν οι Τούρκοι».

Αν αναρωτιέστε πως παιδιά του δημοτικού μπορούσαν να έχουν εκείνα τα χρόνια πρόσβαση σε μπαρούτι να σας πω ότι επειδή ο παππούς μου ήταν κυνηγός είχα λευκή κάρτα στο μαγαζί με τα κυνηγετικά είδη και πήγαινα και αγόραζα μπαρούτι δήθεν για να γεμίσει φυσίγγια ο παππούς μου.

Παρότι δεν πιστεύω στον Θεό, όταν αναλογίζομαι αυτές τις στιγμές των παιδικών μου χρόνων, πιστεύω ότι μπορεί και να υπάρχει και να μας έσωσε από όλα αυτά που κάναμε, με τη βλακεία που κουβαλούσαμε στο κεφάλι μας.

Η φωτογραφία είναι από ένα πείραμα που κάναμε πολλά χρόνια μετά φωτογραφίζοντας το εφέ που δημιουργείται όταν στριφογυρίζεις αυτό το σύρμα που λέγαμε, που τρίβεις τις κατσαρόλες


Continue reading