Το τραύμα δεν εξηγεί τα πάντα – Ο αόρατος αυτιστικός ενήλικας στο θεραπευτικό δωμάτιο
Written by v.psychogios on 30/05/2026

Από το psychology.gr /
Αρθρογράφος: Βέρα Δημητριάδη
Τα τελευταία χρόνια, η κατανόησή μας γύρω από το τραύμα και τις πρώιμες εμπειρίες έχει εξελιχθεί σημαντικά.
Όχι μόνο τα εμφανώς τραυματικά γεγονότα, αλλά και πιο «σιωπηλές» εμπειρίες —η συναισθηματική παραμέληση, η ασυνέπεια, η χρόνια ανασφάλεια ή η συνεχής επικριτικότητα— φαίνεται να επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται το συναίσθημα, οργανώνεται ο εαυτός και ανταποκρίνεται το σώμα στο στρες.
Από τη θεωρία δεσμού και τα αναπτυξιακά ψυχοδυναμικά μοντέλα μέχρι τη σύγχρονη τραυματολογία και τα νευροβιολογικά μοντέλα του στρες, η τραυματοκεντρική κατανόηση της ανθρώπινης δυσφορίας έχει αποκτήσει ολοένα πιο κεντρική θέση στη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική σκέψη (Winnicott, 1965; Mahler et al., 1975; Fonagy et al., 2002; Felitti et al., 1998; van der Kolk, 2014; Maté, 2022).
Όταν όμως ένα ερμηνευτικό μοντέλο αποκτά τόσο κεντρική θέση στην κλινική σκέψη, προκύπτει αναπόφευκτα ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως αρχίζουμε να το χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε σχεδόν τα πάντα;
Το ερώτημα δεν είναι αν το τραύμα παίζει καθοριστικό ρόλο — παίζει. Το ερώτημα είναι πού σταματά να αποτελεί τη μοναδική επαρκή εξήγηση. Παράλληλα, η βιβλιογραφία τεκμηριώνει όλο και περισσότερο ότι νευροαναπτυξιακά προφίλ, όπως ο αυτισμός και η ΔΕΠΥ, επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εμπειρία και η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Ωστόσο, αυτή η γνώση δεν φαίνεται να έχει ενσωματωθεί επαρκώς στην κλινική εκπαίδευση και στη διαφορική σκέψη γύρω από τους ενήλικες θεραπευόμενους.
Για τον κλινικό, αυτό μεταφράζεται σε μια απαιτητική αλλά αναγκαία στάση: όχι να επιλέγει ένα μοντέλο και να το εφαρμόζει παντού, αλλά να μπορεί να κρατά ταυτόχρονα περισσότερες από μία πιθανές οργανωτικές εξηγήσεις. Αυτό που βλέπω εξηγείται καλύτερα ως αποτέλεσμα εμπειρίας; Ως έκφραση ενός νευροαναπτυξιακού προφίλ; Ή ως αλληλεπίδραση και των δύο;
Στο παρόν άρθρο, η εστίαση αφορά στον αδιάγνωστο αυτισμό στην ενήλικη ζωή. Η ορολογία που χρησιμοποιείται ευθυγραμμίζεται, όπου είναι δυνατόν, με τον τρόπο που τα ίδια τα νευροδιαφορετικά άτομα περιγράφουν την εμπειρία τους.
Ο αόρατος αυτιστικός ενήλικας
Τα πιο πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα εκτιμούν ότι περίπου 3% των παιδιών πληρούν πλέον διαγνωστικά κριτήρια για Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος. Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στη διεύρυνση των διαγνωστικών κριτηρίων μετά την εισαγωγή του DSM-5 (American Psychiatric Association, 2013), στη βελτίωση της αναγνώρισης και στην αυξημένη κλινική ευαισθητοποίηση και όχι απαραίτητα σε πραγματική «επιδημία» αυτισμού.
Παράλληλα, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο αυτισμός εμφανίζεται σε όλα τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα και ότι περίπου το 60% των αυτιστικών παιδιών διαθέτει τυπική ή υψηλή νοημοσύνη και επαρκή λεκτική ικανότητα (CDC ADDM Network, 2025).
Πρόσφατα δεδομένα από το King’s College του Λονδίνου δείχνουν ότι περίπου το 89% των αυτιστικών ενηλίκων μέσης ηλικίας (40+) δεν έχουν λάβει ποτέ επίσημη διάγνωση (Stewart & Happé, 2025). Η βιβλιογραφία περιγράφει όλο και συχνότερα μια “χαμένη γενιά” ενηλίκων με αυτισμό που δεν αναγνωρίστηκαν στην παιδική ηλικία, ιδιαίτερα άτομα χωρίς στερεοτυπική παρουσίαση, γυναίκες και άτομα με υψηλό masking (Lai & Baron-Cohen, 2015).
Παράλληλα, εκτιμάται ότι περίπου το 78% των αυτιστικών παιδιών και ενηλίκων έχει και μία τουλάχιστον διάγνωση ψυχικής διαταραχής (Jenco, 2021). Συγκεκριμένα, το 27% των αυτιστικών ατόμων διαγιγνώσκεται με αγχώδεις διαταραχές (κυρίως γενικευμένη αγχώδη διαταραχή και διαταραχή κοινωνικού άγχους), 24% με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD), 23 % με κατάθλιψη, 28% με ΔΕΠΥ, και το 20-30% με διατροφικές διαταραχές (Hofvander et al., 2009; Hollocks et al., 2019; Lai et al., 2019; Westwood & Tchanturia, 2017)
Οι αυτιστικοί ενήλικες έχουν σαφή ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας — και στην πλειονότητά τους τις αναζητούν. Το 73% του δείγματος, στη μελέτη των Baldwin & Costley (2015), ανέφερε ενεργή αναζήτηση υποστήριξης ψυχικής υγείας.
Αυτό σημαίνει ότι ο αδιάγνωστος αυτιστικός ενήλικας σπάνια θα φτάσει στο γραφείο ως «περιστατικό αυτισμού». Συνήθως θα εμφανιστεί με εικόνα γενικευμένου άγχους, κοινωνικού άγχους, OCD, burnout, κατάθλιψης, διαπροσωπικών δυσκολιών ή χρόνιας εξουθένωσης.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο κλινικό παράδοξο: ο αυτισμός είναι επιδημιολογικά και θεραπευτικά συχνός, αλλά κλινικά ως επί το πλείστον αόρατος.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει όλο και συχνότερα το φαινόμενο της διαγνωστικής επισκίασης, όπου αυτιστικά χαρακτηριστικά ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα από ήδη υπάρχουσες ψυχιατρικές ή τραυματοκεντρικές διαγνώσεις, με αποτέλεσμα να καθυστερεί ή να χάνεται πλήρως η αναγνώριση του νευροαναπτυξιακού προφίλ (Kentrou et al., 2024).
Τα δεδομένα είναι ενδεικτικά:
Περίπου 1 στους 4 αυτιστικούς ενήλικες αναφέρει ότι είχε λάβει λανθασμένη ψυχιατρική διάγνωση πριν αναγνωριστεί ο αυτισμός, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό φτάνει περίπου το 1 στις 3 περιπτώσεις.
Πριν αναγνωριστεί ο αυτισμός, πολλοί λαμβάνουν άλλες διαγνώσεις (διαταραχή κοινωνικού άγχους, PTSD, διπολική διαταραχή, οριακή διαταραχή προσωπικότητας, ιδεοψυχαναγκαστική προσωπικότητα ή ΔΕΠΥ) που σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούν πραγματικές συννοσηρότητες, ενώ σε άλλες ενδέχεται να αντανακλούν παρερμηνεία αυτιστικών χαρακτηριστικών. Η παρουσία αυτών των χαρακτηριστικών ή διαγνώσεων δεν αρκεί από μόνη της για την υπόθεση αυτισμού και απαιτεί πάντα αναπτυξιακή και κλινική διερεύνηση στο σύνολο της εικόνας.
Εδώ όμως βρίσκεται το πιο κρίσιμο κλινικό ερώτημα: πόσα από αυτά που αντιμετωπίζουμε ως «δευτερογενή συμπτώματα» είναι στην πραγματικότητα η έκφραση ενός μη αναγνωρισμένου νευροαναπτυξιακού προφίλ;
Σημαντικό: Το ζητούμενο δεν είναι η υπερδιεύρυνση της έννοιας του αυτισμού, αλλά η συστηματικότερη συμπερίληψή του στη διαφορική κλινική σκέψη ενηλίκων. Παράλληλα, η ύπαρξη αυτισμού δεν αποκλείει την ύπαρξη τραύματος.
Αιτίες υποαναγνώρισης του ενήλικου αυτισμού
1. Περιορισμένη εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας:
Στη μελέτη των Lipinski et al. (2021), μόλις το 2% των ψυχοθεραπευτών δήλωσε υψηλό επίπεδο γνώσης στον αυτισμό, ενώ το 53% ανέφερε ελάχιστη ή καθόλου εξειδικευμένη εκπαίδευση. Αντίστοιχα, οι Gallant et al. (2023) βρήκαν ότι οι κλινικοί αισθάνονται σημαντικά λιγότερο καταρτισμένοι γύρω από τον αυτισμό και δη, τον ενήλικο, από ό,τι για άλλες διαγνώσεις όπως, αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, OCD, διαταραχές προσωπικότητας, ή και ΔΕΠΥ (Maddox, et al., 2019).
Oι ειδικοί στην ψυχική υγεία (ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές, ψυχίατροι) εκπαιδευόμαστε στην ενήλικη ψυχοπαθολογία μέσω του πιο πρόσφατου DSM (Διαγνωστικό & Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών). Γνωρίζουμε για τις νευροαναπτυξιακές «διαταραχές» ως διαταραχές που διαγιγνώσκονται στην παιδική ηλικία και αντιμετωπίζουμε τον αυτισμό κυρίως ως εξειδικευμένη κατηγορία που ανήκει στους αναπτυξιολόγους, παιδοψυχίατρους ή εξειδικευμένους ψυχολόγους.
Δεν θα εκπαιδευτούμε να αναγνωρίζουμε, πόσο μάλλον να προσαρμόζουμε την θεραπεία, στον ενήλικα αυτιστικό που δεν θα είναι διαγνωσμένος – ιδιαίτερα σε άτομα χωρίς στερεοτυπική παρουσίαση, με υψηλή κοινωνική προσαρμογή, καλή λεκτική και νοητική ικανότητα και ενεργή κοινωνική, ερωτική ή επαγγελματική ζωή. Ο αυτισμός είναι σαν να σταματά στην παιδική ηλικία ή σαν να μην μπαίνει στο γραφείο μας.
2. Στίγμα και πολιτισμικές προκαταλήψεις γύρω από τον αυτισμό
Ο αυτισμός εξακολουθεί να συνδέεται κοινωνικά με στερεοτυπικές εικόνες:
- έλλειψη λόγου
- νοητική αναπηρία
- πλήρη κοινωνική απόσυρση
- ή εμφανώς «παράξενη» συμπεριφορά
Αυτό οδηγεί τόσο τους επαγγελματίες όσο και τα ίδια τα άτομα ή τις οικογένειές τους στο να αποκλείουν την πιθανότητα αυτισμού όταν υπάρχει:
- επαγγελματική επιτυχία
- σχέσεις
- ενσυναίσθηση,
- λεκτική ικανότητα,
- σχετικά εξωτερικά επαρκή κοινωνική προσαρμογή
Πολλοί αυτιστικοί ενήλικες αναφέρουν ότι άκουσαν επανειλημμένα φράσεις όπως:
«Δεν μοιάζεις αυτιστικός», «Είσαι πολύ κοινωνικός/ή», «Έχεις ενσυναίσθηση», «Όλοι λίγο αυτιστικοί είμαστε». Η στάση αυτή ενισχύει την καθυστέρηση αναγνώρισης και την εσωτερίκευση ντροπής γύρω από τα αυτιστικά χαρακτηριστικά.
Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν συχνά τον πρώτο μηχανισμό αναγνώρισης και παραπομπής παιδιών για νευροαναπτυξιακή αξιολόγηση. Ωστόσο, η βιβλιογραφία δείχνει ότι ο μη στερεοτυπικός αυτισμός συχνά δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα μέσα στο σχολικό πλαίσιο. Οι δυσκολίες μπορεί να ερμηνεύονται ως ντροπαλότητα, ιδιοσυγκρασία, τελειοθηρία, κοινωνική αδεξιότητα, ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα ή άγχος, ιδιαίτερα όταν δεν συνυπάρχουν εμφανείς γλωσσικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες.
Η υποαναγνώριση φαίνεται να είναι ακόμη εντονότερη στα κορίτσια και στα άτομα χωρίς στερεοτυπική παρουσίαση. Σε πειραματική μελέτη των Whitlock et al. (2020), οι εκπαιδευτικοί ήταν σημαντικά λιγότερο πιθανό να αναγνωρίσουν αυτιστικά χαρακτηριστικά όταν αυτά παρουσιάζονταν σε κορίτσια, ακόμη και όταν τα χαρακτηριστικά ήταν ίδια με εκείνα αγοριών. Η σύγχρονη βιβλιογραφία θεωρεί ότι τέτοιου τύπου διαγνωστικές προκαταλήψεις ενδέχεται να συμβάλλουν και στις ιστορικά υψηλές αναλογίες διάγνωσης μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.
3. Κοινωνική προσαρμογή & αντιστάθμιση
Πολλά αυτιστικά παιδιά — και ιδιαίτερα τα κορίτσια — μαθαίνουν από νωρίς να μιμούνται κοινωνικές συμπεριφορές, να παρατηρούν και να αναπαράγουν κοινωνικούς κανόνες και να αποκρύπτουν δυσκολίες, ώστε να ανταποκρίνονται πιο εύκολα στις κοινωνικές απαιτήσεις μέσα στο σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον (Hull et al., 2020; Munroe, 2023).
Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως masking ή camouflaging, μπορεί να περιλαμβάνει συνειδητές αλλά και ασυνείδητες στρατηγικές κοινωνικής αντιστάθμισης: καταστολή αυτιστικών χαρακτηριστικών, υπερπροσπάθεια κοινωνικής συμμόρφωσης, μίμηση εκφράσεων, βλεμματικής επαφής ή τρόπων αλληλεπίδρασης.
Αν και το masking συχνά συμβάλλει στην κοινωνική «αορατότητα» του αυτισμού, συνδέεται παράλληλα με αυξημένα επίπεδα άγχους, εξουθένωσης, χρόνιας ψυχικής επιβάρυνσης, αίσθησης αποξένωσης από τον εαυτό και καθυστερημένης διάγνωσης (Hull et al., 2017; Raymaker et al., 2020).
4. Περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένη αξιολόγηση ενηλίκων
Ακόμη και όταν υπάρχει κλινική υποψία, η πρόσβαση σε εξειδικευμένη αξιολόγηση αυτισμού ενηλίκων παραμένει περιορισμένη. Σε πολλές χώρες —συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας— οι διαθέσιμες δομές είναι λίγες, οι λίστες αναμονής μεγάλες και το οικονομικό κόστος σημαντικό. Ως αποτέλεσμα, πολλοί ενήλικες είτε δεν αξιολογούνται ποτέ είτε φτάνουν σε αξιολόγηση μετά από πολυετή ψυχιατρική ή ψυχοθεραπευτική διαδρομή χωρίς νευροαναπτυξιακή διερεύνηση.
Ως αποτέλεσμα, πολλά άτομα φτάνουν στην ενήλικη ζωή χωρίς να έχει τεθεί ποτέ νευροαναπτυξιακή υπόθεση, παρά τη χρόνια παρουσία δυσκολιών στην κοινωνική προσαρμογή, στη διαχείριση του άγχους, στην εξουθένωση ή στην καθημερινή λειτουργικότητα — συχνά έχοντας ήδη περάσει από πολλούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Οι παρερμηνείες που αλλάζουν τη θεραπεία
Η έλλειψη γνώσης γύρω από τον ενήλικο αυτισμό δεν οδηγεί απλώς σε λιγότερο αποτελεσματική θεραπεία. Συχνά οδηγεί σε συστηματικές παρερμηνείες της κλινικής εικόνας.
Όπως περιγράφει η Jones (2024), συμπεριφορές και εμπειρίες που σχετίζονται με τον αυτισμό ερμηνεύονται συχνά μέσα από νευροτυπικά ή ψυχοπαθολογικά πλαίσια.
Η ανάγκη για συνέπεια, προβλεψιμότητα ή δικαιοσύνη μπορεί να εκληφθεί ως ακαμψία, ανάγκη ελέγχου ή ναρκισσισμός. Τα meltdowns ως ξεσπάσματα θυμού και τα shutdowns ως παθητικο-επιθετικότητα, απόσυρση ή άρνηση συνεργασίας. Η αλεξιθυμία (δυσκολία στον εντοπισμό και στην λεκτικοποίηση συναισθημάτων) και οι δυσκολίες στις εκτελεστικές λειτουργίες μπορεί να ερμηνευθούν ως αντίσταση, άρνηση ή αποσύνδεση.
Αντίστοιχα, η ανάγκη για ρουτίνα, η δυσκολία στις αλλαγές, η τελειοθηρία, η προληπτική ανησυχία ή η ακαμψία στη σκέψη συχνά προσεγγίζονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ιδεοψυχαναγκαστικότητας, ενώ οι stimming συμπεριφορές μπορεί να ερμηνευθούν ως απλό σύμπτωμα άγχους.
Η ασπρόμαυρη σκέψη ενδέχεται να εκλαμβάνεται ως ένδειξη οριακής οργάνωσης προσωπικότητας, ενώ οι δυσκολίες στην κατανόηση κοινωνικών σημάτων ή της οπτικής του άλλου συχνά αποδίδονται σε έλλειψη ενσυναίσθησης ή εγωκεντρισμό.
Ακόμη και το autistic burnout — μια κατάσταση χρόνιας νευρογνωστικής και αισθητηριακής εξουθένωσης — μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως κατάθλιψη, επαγγελματική εξουθένωση ή αποτέλεσμα κακής διαχείρισης άγχους.
Με άλλα λόγια, νευροαναπτυξιακά χαρακτηριστικά συχνά μεταφράζονται σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή συμπτώματα ψυχοπαθολογίας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Οι παρερμηνείες αυτές οδηγούν συχνά σε παρεμβάσεις που δεν αντιστοιχούν στο προφίλ του ατόμου και ενισχύουν την αίσθηση αποτυχίας, ανεπάρκειας ή «θεραπευτικής αποτυχίας» του ίδιου του θεραπευόμενου.
Το κόστος της μη αναγνώρισης: Όταν ένα ερμηνευτικό μοντέλο —όσο έγκυρο κι αν είναι— καταλήγει να λειτουργεί ως σχεδόν αποκλειστική οδός κατανόησης, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η λανθασμένη διάγνωση. Είναι η συστηματική παράλειψη κρίσιμων υποθέσεων.
Στην περίπτωση των νευροαναπτυξιακών προφίλ ενηλίκων, αυτή η παράλειψη φαίνεται να είναι επαναλαμβανόμενη και όχι περιστασιακή (Lai & Baron-Cohen, 2015).
Οι συνέπειες είναι κλινικά ορατές.
Πρώτον, ενισχύεται μια ερμηνευτική υπερέμφαση στο τραύμα, όπου δυσκολίες που μπορεί να σχετίζονται με το νευροαναπτυξιακό προφίλ του ατόμου προσεγγίζονται κυρίως μέσα από ιστορικά ή διαπροσωπικά σχήματα.
Δεύτερον, εμφανίζεται συχνά θεραπευτική στασιμότητα. Οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται σε δευτερογενή φαινόμενα — όπως άγχος, αποφυγή, τελειοθηρία ή δυσλειτουργικές πεποιθήσεις — χωρίς επαρκή διερεύνηση του υποκείμενου οργανωτικού μηχανισμού. Οι αλλαγές που προκύπτουν είναι συχνά εύθραυστες ή περιορισμένης γενίκευσης.
Τρίτον, διαμορφώνεται μια ταυτότητα οργανωμένη γύρω από έλλειμμα ή τραύμα. Το άτομο μαθαίνει να κατανοεί τον εαυτό του μέσα από αυτό που «δεν λειτουργεί» ή μέσα από αυτό που «του συνέβη», χωρίς πρόσβαση σε ένα πλαίσιο που να περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο εξαρχής.
Αυτό συνδέεται με αυξημένη ντροπή, αυτοαμφισβήτηση και αίσθηση χρόνιας ανεπάρκειας, ιδιαίτερα όταν η προσπάθεια αλλαγής δεν αποδίδει (Henderson et al., 2023).
Σε αυτό το πλαίσιο, η μη διερεύνηση ενός πιθανού νευροαναπτυξιακού υποβάθρου δεν είναι ουδέτερη παράλειψη. Επηρεάζει ενεργά την πορεία της θεραπείας: τον τρόπο κατανόησης του εαυτού, τις παρεμβάσεις που εφαρμόζονται και τα ερμηνευτικά σχήματα που τελικά παγιώνονται.
Το κόστος, τελικά, δεν περιορίζεται στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Αφορά το γεγονός ότι η εμπειρία του ατόμου συνεχίζει να ερμηνεύεται μέσα από ένα πλαίσιο που δεν αντιστοιχεί πλήρως στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο.
Μια αναγκαία μετατόπιση
Η δεοντολογική υποχρέωση δεν είναι η αντικατάσταση ενός μοντέλου από ένα άλλο. Είναι η διατήρηση ενός πραγματικά ανοιχτού πεδίου υποθέσεων, όπου διαφορετικές οργανωτικές βάσεις της εμπειρίας μπορούν να εξετάζονται με την ίδια κλινική σοβαρότητα.
Η ενσωμάτωση της νευροδιαφορετικότητας δεν σημαίνει απόρριψη του τραύματος ή των σχέσεων ως κεντρικών αξόνων κατανόησης. Σημαίνει διεύρυνση του πλαισίου, ώστε η συμπτωματολογία να μην ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα εμπειρίας, αλλά και ως πιθανή έκφραση διαφορετικών νευροαναπτυξιακών προφίλ που αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νευροεπιβεβαιωτική ψυχοθεραπεία δεν αναιρεί την εργασία πάνω στο τραύμα ή στα διαπροσωπικά σχήματα. Τη συμπληρώνει, εντάσσοντάς τη σε ένα ευρύτερο αναπτυξιακό και οργανωτικό μοντέλο.
Στόχος της είναι η κατανόηση και υποστήριξη του νευροαναπτυξιακού προφίλ του ατόμου, μέσα από θεραπευτικές και περιβαλλοντικές προσαρμογές που μειώνουν την ασυμφωνία με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, αντί της πίεσης για νευροτυπική συμμόρφωση.
Σε επίπεδο παρέμβασης, αυτό σημαίνει:
- ενεργή αποενοχοποίηση βασικών χαρακτηριστικών του προφίλ
- μεγαλύτερη έμφαση στην προσαρμογή του ρυθμού και της δομής της θεραπείας
- μείωση της πίεσης για νευροτυπική συμμόρφωση — συμπεριλαμβανομένου του τρόπου έκφρασης συναισθημάτων ή κοινωνικής αλληλεπίδρασης
- πρόληψη της εξουθένωσης μέσα από τη μείωση του χρόνιου masking
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αναγνώριση και κατανόηση ενός νευροδιαφορετικού προφίλ συνδέεται με μείωση του αυτοστιγματισμού και της ντροπής (Botha & Frost, 2020), ενώ η μείωση του χρόνιου masking σχετίζεται με λιγότερη εξουθένωση και καλύτερη καθημερινή λειτουργία (Raymaker et al., 2020; Higgins et al., 2021).
Αυτό δεν σημαίνει απουσία θεραπευτικής δουλειάς πάνω στις σχέσεις, την αμοιβαιότητα ή τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, αλλά ότι αυτές οι παρεμβάσεις οργανώνονται με βάση το πραγματικό νευροαναπτυξιακό προφίλ του ατόμου και όχι την πίεση για πλήρη νευροτυπική προσαρμογή.
Τελικά, πέρα από διαγνώσεις και θεωρητικά σχήματα, αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πιο θεμελιώδες: η δυνατότητα να γίνει κάποιος κατανοητός χωρίς να χρειάζεται να μειώνει, να κρύβει ή να μεταφράζει διαρκώς τον εαυτό του.
Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, το κόστος δεν είναι μόνο κλινικό. Είναι υπαρξιακό — η εμπειρία μιας ζωής που προσπαθεί να ειπωθεί μέσα από λάθος γλώσσα.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). American Psychiatric Publishing.
Baldwin, S., & Costley, D. (2015). The experiences and needs of female adults with high-functioning autism spectrum disorder. Autism, 20(4), 483–495.doi.org/10.1177/1362361315590805
Botha, M., & Frost, D. M. (2020). Extending the minority stress model to understand mental health problems experienced by autistic individuals. Autism in Adulthood, 2(1), 20–34. doi.org/10.1089/aut.2019.0079
Centers for Disease Control and Prevention. (2025). Prevalence and characteristics of autism spectrum disorder among children aged 8 years — Autism and Developmental Disabilities Monitoring Network, United States, 2022. MMWR Surveillance Summaries, 74(2), 1–14. doi.org/10.15585/mmwr.ss7402a1
Felitti, V. J., Anda, R. F., Nordenberg, D., et al. (1998). Relationship of childhood abuse and household dysfunction to many of the leading causes of death in adults. American Journal of Preventive Medicine, 14(4), 245–258. doi.org/10.1016/S0749-3797(98)00017-8
Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E., & Target, M. (2002). Affect regulation, mentalization and the development of the self. Other Press.
Gallant, C., Roudbarani, F., Ibrahim, A., et al. (2023). Clinician knowledge, confidence, and treatment practices in their provision of psychotherapy to autistic youth and youth with ADHD. Journal of Autism and Developmental Disorders, 53, 4214–4228. doi.org/10.1007/s10803-022-05722-9
Henderson, C., et al. (2023). Self-stigma and identity in neurodevelopmental conditions. Clinical Psychology Review, 99, 102234.
Higgins, J. M., et al. (2021). Autistic burnout: A systematic review. Autism Research, 14(10), 2193–2211.
Hofvander, B., Delorme, R., Chaste, P., et al. (2009). Psychiatric and psychosocial problems in adults with normal-intelligence autism spectrum disorders. BMC Psychiatry, 9, 35. doi.org/10.1186/1471-244X-9-35
Hollocks, M. J., Lerh, J. W., Magiati, I., et al. (2019). Anxiety and depression in adults with autism spectrum disorder: A systematic review and meta-analysis. Clinical Psychology Review, 68, 1–15.
Jenco, M. (2021). Most children with autism have co-occurring conditions. AAP News.
Jones, S. (2024). The autistic survival guide to therapy. Jessica Kingsley Publishers.
Kentrou, V., et al. (2024). Diagnostic overshadowing and delayed autism recognition in adults. Autism in Adulthood.
Lai, M.-C., & Baron-Cohen, S. (2015). Identifying the lost generation of adults with autism spectrum conditions. The Lancet Psychiatry, 2(11), 1013–1027. doi.org/10.1016/S2215-0366(15)00277-1
Lai, M.-C., et al. (2019). Prevalence of co-occurring mental health diagnoses in the autism population. The Lancet Psychiatry.
Lipinski, S., Boegl, K., Blanke, E. S., Suenkel, U., & Dziobek, I. (2021). A blind spot in mental healthcare? Psychotherapists lack education and expertise for the support of adults on the autism spectrum. Autism, 26(6), 1509–1521. doi.org/10.1177/13623613211057973
Maddox, B. B., et al. (2019). Factors influencing the use of cognitive-behavioral therapy with autistic adults. Autism, 23(5), 1173–1184.
Mahler, M. S., Pine, F., & Bergman, A. (1975). The psychological birth of the human infant. Basic Books.
Maté, G. (2022). The myth of normal: Trauma, illness, and healing in a toxic culture. Avery.
Munroe, A., & Dunleavy, M. (2023). Recognising autism in girls within the education context: reflecting on the internal presentation and the diagnostic criteria. Irish Educational Studies, 42(4), 561–581.
Bottom of Form
Raymaker, D. M., Teo, A. R., Steckler, N. A., et al. (2020). “Having all of your internal resources exhausted beyond measure and being left with no clean-up crew”: Defining autistic burnout. Autism in Adulthood, 2(2), 132–143. doi.org/10.1089/aut.2019.0079
Stewart, G., & Happe, F. (2025). Aging Across the Autism Spectrum. Annual Review of Developmental Psychology, 7, 4.1-4.24.doi.org/10.1146/annurev-devpsych-111323-090813
van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.
Westwood, H., & Tchanturia, K. (2017). Autism spectrum disorder in anorexia nervosa: An updated literature review. Current Psychiatry Reports, 19(7), 41.
Whitlock, A., Fulton, K., Lai, M.-C., Pellicano, E., & Mandy, W. (2020). Recognition of Girls on the Autism Spectrum by Primary School Educators: An Experimental Study. Autism Research, 13(8), 1358–1372.
Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. Hogarth Press.