Τρέχον κομμάτι

Τίτλος

Καλλιτέχνης

Τρέχουσα παράσταση

Τρέχουσα παράσταση


Οι «φούσκες» των social media και ο πολιτικός μας μικρόκοσμος

Γραμμένο απόεπί 28/05/2023

Από το kathimerini.gr / Ελένη Τζαννάτου

Τα εκλογικά αποτελέσματα έπιασαν πολλούς εξαπίνης. Μήπως, όμως, όλον αυτό τον καιρό ατυχήσαμε να δούμε τι συμβαίνει πέρα από τον στενό πολιτικό και κοινωνικό μας κόσμο; Η «Κ» ψάχνει απαντήσεις με τη βοήθεια δύο πολιτικών αναλυτών.
Το βράδυ της Κυριακής διαπιστώσαμε πως όλο αυτό το διάστημα η πολιτική πραγματικότητα του καθενός δεν ήταν η πολιτική πραγματικότητα που υπήρχε «εκεί έξω», καθένας κινούνταν σε μια ασφαλή «φούσκα» που του παρείχε την πληροφορία και την πεποίθηση που ήθελε, ακόμα κι αν αυτή δεν ίσχυε λίγα μέτρα πιο ‘κει. Εικονογράφηση: Michael Kirki
«Σκέφτομαι ότι δεν έχω καμία επαφή με την πραγματικότητα» μου είπε χθες φίλη μου, λίγο αφού τα πρώτα εκλογικά αποτελέσματα άρχισαν να φτάνουν στις οθόνες μας και να διαψεύδουν κάθε δημοσκόπηση, ακόμα και το exit poll που προηγήθηκε.
Η ψαλίδα μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε σε βαθμό που το πρώτο κόμμα κατέγραψε διπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο και η Κουμουνδούρου, από εκεί που πίστευε πως διεκδικεί την εξουσία, βρέθηκε να καλείται να θέσει και να απαντήσει επιτακτικά ερωτήματα για το πώς πορεύεται από εδώ και πέρα. Για το ΠΑΣΟΚ η έκβαση αποδείχθηκε ανέλπιστα καλή, για να μην πούμε ιδανική. Το ΜέΡΑ25 έμεινε εκτός Βουλής, ενώ στο κατώφλι της βρέθηκε το κόμμα Νίκη του Δημήτρη Νατσιού, ένας πολιτικός σχηματισμός με έντονα πατριωτικό, θρησκευτικό και φιλορωσικό χαρακτήρα που «δεν ήξερε κανείς» αλλά οι κάλπες απέδειξαν αλλιώς.
Η φίλη μου αμφιταλαντευόταν ως και την τελευταία στιγμή για την ψήφο της, που σε κάθε περίπτωση θα έδινε σε κάποιο κόμμα της αριστεράς. Κι αυτή, όπως πολλοί ακόμα στον ευρύτερο αυτό ιδεολογικό χώρο, θεωρούσε πως η ανατροπή της τωρινής κυβέρνησης ήταν μια ισχυρή πιθανότητα ή πως έστω, τα ποσοστά που θα κατέγραφε η ΝΔ θα ήταν χαμηλά και θα οδηγούσαν «με ζόρια» σε κάποιον επόμενο γύρο εκλογών σε κυβέρνηση συνεργασίας.
Φυσικά, οι προβλέψεις αυτές ηττήθηκαν κατά κράτος. Ακόμα κι αν μια βόλτα σε «αριστερά timelines» όλο το προεκλογικό διάστημα -αλλά και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της τετραετίας της κυβέρνησης- σκιαγραφούσε ένα κλίμα απογοήτευσης μα κυρίως οργής, μια αίσθηση «ως εδώ» κι έναν κόσμο τόσο μπουχτισμένο που μετρούσε αντίστροφα για να «μαυρίσει» τη Δεξιά.
Προφανώς και αυτό το κύμα ψηφοφόρων υπήρχε, όμως, όπως αποδείχθηκε, ήταν πολύ μικρότερο από ό,τι πολλοί μπορεί να θεωρούσαν βάσει όσων έβλεπαν (κυρίως) στα social media και κατ’ επέκταση συζητούσαν στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο. Πολύ απλά, διαπιστώσαμε πως όλο αυτό το διάστημα η πολιτική πραγματικότητα του καθενός δεν ήταν η πολιτική πραγματικότητα που υπήρχε «εκεί έξω», καθένας κινούνταν σε μια ασφαλή «φούσκα» που του παρείχε την πληροφορία και την πεποίθηση που ήθελε, ακόμα κι αν αυτή δεν ίσχυε λίγα μέτρα πιο ‘κει.
Πολιτική, όπως «μικρόκοσμος»
Μιλάμε δηλαδή για την απόλυτη κυριαρχία του «μικρόκοσμου» στην πολιτική ζωή. Για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο, ο Αντωνης Γαλανόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, πάει τον χρόνο λίγο πίσω, στο 2016, τη χρονιά που τη Βρετανία δίχασε το Brexit και τις ΗΠΑ η εκλογή του Τραμπ. Ο Γάλλος φιλόσοφος και επιστημολόγος Μπρούνο Λατούρ είχε χαρακτηρίσει τότε τα δύο αυτά γεγονότα ως «διπλό σοκ», ως δύο «μη ρεαλιστικές “φούσκες” που αντιπροσώπευαν σε κάθε περίπτωση δύο στρατόπεδα», όπως σημειώνει ο αναλυτής. Και συνεχίζει: «Εξηγούσε πως το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι οι δύο αυτές φούσκες κινούνται παράλληλα, δηλαδή οι κοινωνίες είναι ουσιαστικά χωρισμένες σε δύο μέρη, που το κάθε μέρος όχι μόνο δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα του άλλου, αλλά τελικά και με τη δική του πραγματικότητα».
«Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν αναγνώρισε ή δεν αποδέχθηκε ότι ο πολιτικός κύκλος της κρίσης έκλεισε το 2019».

Αυτό συνέβη και με τις χθεσινές εκλογές. Θα πρέπει να κοιτάξουμε αρχικά στα κομματικά ενδότερα για να εξηγήσουμε τα κατά πολλούς απροσδόκητα χαμηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ που από δυνητικό κόμμα εξουσίας έγινε εν μια νυκτί κόμμα μεσαίου μεγέθους. Αυτό που συνέβη είναι πως «φαίνεται να μην είχε επαφή με μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που κινούνταν σε πολύ διαφορετικό ρυθμό από αυτόν που προσπαθούσε να κατασκευάσει με τον προεκλογικό του λόγο», λέει ο αναλυτής. Τελικά, «η αξιωματική αντιπολίτευση δεν αναγνώρισε ή δεν αποδέχθηκε ότι ο πολιτικός κύκλος της κρίσης έκλεισε το 2019, συνεχίζοντας σε έναν πολιτικό λόγο και ρυθμό πολύ διαφορετικό από τη νέα συνθήκη που είχε δημιουργηθεί από τον Ιούλιο του 2019 κι έπειτα».
Με τη σειρά τους, οι πολίτες σε πολλές περιπτώσεις δεν είδαν ακριβώς τι συμβαίνει τα τέσσερα αυτά χρόνια, όχι μόνο στη θητεία της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και σε επίπεδο βάσης. «Αυτά τα στοιχεία είναι που καθορίζουν το αποτέλεσμα και μάλλον αυτές τις αλλαγές κανείς δεν τις έχει καταγράψει και ερμηνεύσει με τον σωστό τρόπο», εξηγεί ο Α. Γαλανόπουλος.
«Οι εκλογές και η Ανάσταση είναι η μόνη ευκαιρία που έχουμε για να δούμε τον υπόλοιπο πραγματικό κόσμο»
Ένα τεράστιο μέρος του πολιτικού παιχνιδιού παίζεται φυσικά διαδικτυακά τα τελευταία χρόνια. Μπορεί να βλέπουμε απανωτές αναρτήσεις οργής και κύματα απόψεων που μας δίνουν την αίσθηση πως ολόκληρη η κοινωνία ή τέλος πάντων, ένα πολύ μεγάλο μέρος της, κινείται σε μία συγκεκριμένη τροχιά.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως αυτά τα περιβάλλοντα είναι ψηφιακά οικοσυστήματα που εμείς έχουμε ορίσει, με «γείτονες» που εμείς έχουμε επιλέξει. Σε αυτή τη συνθήκη, «είναι πάρα πολύ εύκολο να βάλεις σε σίγαση κάθε φωνή η οποία σου φαίνεται ενοχλητική» σχολιάζει ο Α. Γαλανόπουλος. Αν μεταφερθούμε στην πραγματική ζωή, αυτό είναι φυσικά αδύνατο: «Δεν έχουμε επιλέξει, λόγου χάρη, τους άλλους ανθρώπους που μένουν στην πολυκατοικία μας κι έτσι αν βρεθούμε σε έναν χώρο όλοι μαζί, θα προκύψουν προβλήματα, θα χρειαστεί να ακούσουμε διαφορετικές απόψεις».
Και κάπως έτσι, πορευόμαστε. Όπως σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος, δημοσιογράφος, συγγραφέας και διευθυντής σύνταξης της διαΝΕΟσις, «Οι εκλογές και η Ανάσταση είναι η μόνη ευκαιρία που έχουμε για να δούμε τον υπόλοιπο πραγματικό κόσμο». Πράγματι, είναι δύο από τις ελάχιστες περιπτώσεις που (σχεδόν) όλοι συνυπάρχουμε, ανεξαρτήτως των επιμέρους χαρακτηριστικών και καταβολών μας.
«Πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν μπορούν να πιστέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα μάλλον θα πρέπει να κοιτάξουν σοβαρά τον εαυτό τους σήμερα. Να κάνουν μια ενδοσκόπηση γιατί ο κόσμος δεν είναι αυτό που νομίζουν», προτρέπει ο Θ. Γεωργακόπουλος. Δεν είναι λίγοι οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι που επιτίθενται αυτή τη στιγμή στο εκλογικό σώμα και το αποτέλεσμα που διαμόρφωσε, κάτι που είναι επικίνδυνο, όπως σημειώνει και ο συγγραφέας.
Ο τρόπος που καταναλώνουμε περιεχόμενο και άρα ειδήσεις, απόψεις, πεποιθήσεις τα τελευταία χρόνια δημιουργεί «φούσκες», οι οποίες είναι αναμενόμενες μεν, αλλά το να «μετατρέπουμε αυτές τις “φούσκες” σε σιλό, οδηγεί σε τέτοιου τύπου στρεβλώσεις», επιβεβαιώνει ο διευθυντής σύνταξης της διαΝΕΟσις.
Για να επανέλθουμε στην πραγματική ζωή, αν κάποιος μας ανάγκαζε να συνυπάρξουμε με ανθρώπους που μας χωρίζουν πολλά, θα βλέπαμε ότι η κοινωνία είναι πολύ διαφορετική από αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. «Ενώ αν αυτό όλο το μεταφέρουμε στα social media, δημιουργούμε κοινότητες ολόκληρες στις οποίες είμαστε με τους φίλους μας και με ανθρώπους που σκεφτόμαστε πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Κι αυτό προφανώς ενισχύει τη θέση μας», καταλήγει ο Α. Γαλανόπουλος. Πάντως, «σε έναν ιδανικό κόσμο θα επιδιώκαμε ενεργητικά τέτοιου τύπου επαφές και συζητήσεις με ανθρώπους που δεν μας μοιάζουν. Μόνο κέρδος υπάρχει από αυτό» συμπληρώνει ο Θ. Γεωργακόπουλος.
Σε αυτό, όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε και μια ακόμα παράμετρο, αυτή του αυτοπεριορισμού: όταν, έστω και άτυπα, θεωρούμε ότι ανήκουμε κάπου, συχνά μπορεί να μπούμε στη λογική να αυτολογοκριθούμε για μια εναλλακτική γνώμη που μπορεί να έχουμε και να παρεκκλίνει από αυτό που θέλει το βασικό αφήγημα του πολιτικού χώρου στον οποίο τοποθετούμαστε. «Κάποιοι έχουν φτιάξει κάποιες πάρα πολύ έντονες, σκληρές και περίκλειστες ταυτότητες σήμερα, έχουν ακράδαντη πίστη ότι ο κόσμος πρέπει να είναι όπως θεωρούν οι ίδιοι», συμπεραίνει και ο Θ. Γεωργακόπουλος.
Η τοξικότητα του πολιτικού λόγου στα social 
Τον τόνο στα social media τον δίνουν οι πολλοί. Έτσι, και το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου σε αυτά γίνεται τοξικό λόγω της ίδιας της φύσης του μέσου. «Ο αλγόριθμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να προωθείται περισσότερο λόγος διχαστικός που προκαλεί αντίδραση και engagement, που κάνει τον άλλο να θέλει να απαντήσει, να κάνει like, να βρίσει, να τσακωθεί, γιατί με αυτόν τον τρόπο έρχονται περισσότερα views και άρα περισσότερες διαφημίσεις. Αυτό σταδιακά, όταν γίνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και από δισεκατομμύρια ανθρώπους, συνδιαμορφώνει ένα τοξικό περιβάλλον», αναλύει ο Θ. Γεωργακόπουλος.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς εξάλλου, το Facebook έχει πλέον γίνει ένα μέρος όπου μεσήλικες και ηλικιωμένοι τσακώνονται για την πολιτική και το Twitter στον αγγλόφωνο κόσμο έχει μετατραπεί σε μια δεξαμενή που κινείται ολοένα και πιο κοντά στην ακροδεξιά.
Δεν είναι εύκολο να αλλάξει κανείς τον αλγόριθμο, μπορεί πάντως να προσπαθεί και να επιδιώκει να κινείται και πέρα από αυτόν.
Διάλογος πάντα, παντού και με όλους
Πολλοί έμειναν άναυδοι όταν είδαν το κόμμα Νίκη να πλησιάζει απειλητικά τη Βουλή, ένα κόμμα από αυτά που οι πιο «διαβασμένοι» σνομπάρουν και λίγο ως «εξωτικά φρούτα» στη λίστα των ψηφοδελτίων, χωρίς κάποια πιθανότητα να αποκτήσουν πραγματική πολιτική δύναμη. Τέτοια φαινόμενα, σπάνε κάποιες φορές τις «φούσκες» μας και έρχονται να μας καταδείξουν ότι υπάρχει και ένας άλλος κόσμος -να υπενθυμίσουμε ότι μια τέτοια πεποίθηση μικρού σχηματισμού υπήρχε και για τη Χρυσή Αυγή, μέχρι που την είδαμε να κάθεται στα έδρανα της Βουλής.
Πρέπει, λοιπόν, να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά. «Το να μιλάς καθημερινά μόνο με ανθρώπους που συμφωνείς και να βγαίνεις από τη “φούσκα” μόνο για να βρίζεσαι με τους απέναντι, δεν βοηθά», όπως λέει και ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος.
Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας αναφέρεται σε μια έρευνα του καθηγητή Ρικ Γουίλσον, ο οποίος μελετούσε πληθυσμούς που είχαν βιώσει μεγάλες συγκρούσεις. «Εκεί που κατέληξε η έρευνα ήταν ότι ο μόνος τρόπος που υπάρχει για να συνυπάρχουν άνθρωποι θεμελιωδώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι να συμμετέχουν σε κοινές δράσεις, να βρίσκονται μεταξύ τους και να δουλεύουν για κοινούς σκοπούς. Όταν “τρίβεσαι” με τον άλλον και τον ανακαλύπτεις καλύτερα, είναι δύσκολο να τον απορρίψεις στη βάση της ταυτότητας. Αυτό μας λείπει εδώ πέρα», σχολιάζει.
«Αν μας δίνει ένα δίδαγμα αυτή η εκλογική αναμέτρηση είναι ότι πρέπει να ανοίξουμε λίγο τα αυτιά μας και να δούμε ποιοι πραγματικά είμαστε», καταλήγει ο Θ. Γεωργακόπουλος. Να δούμε, δηλαδή, με ενσυναίσθηση λίγο πέρα από τη δική μας ταυτότητα και να αποδεχθούμε το πλήθος των άλλων ταυτοτήτων που υπάρχουν.
Οι οποίες συχνά βρίσκονται ακριβώς δίπλα μας. Την επόμενη φορά που θα μπούμε στο περίπτερο ή το κομμωτήριο της γειτονιάς ή κάποιος οδηγός ταξί μας πιάσει την κουβέντα, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε ουσιαστικό διάλογο. Ακόμα κι αν δεν οδηγήσει σε κάποια σύγκλιση, κάτι θα έχει να μας μάθει.


Συνέχισε να διαβάζεις