Τρέχον κομμάτι

Τίτλος

Καλλιτέχνης

Τρέχουσα παράσταση

Τρέχουσα παράσταση


Το τρένο μέσα μας

Γραμμένο απόεπί 03/03/2023

Από το f/b Aris Goulas (τίτλος ανάρτησης keep life)

– Γιατί δεν πάμε κάπου με το τραίνο την επόμενη φορά στην Ελλάδα;
Στην ερώτηση της Άνας αντέδρασα με ένα αυθόρμητο γέλιο.
– Ξέρω ‘γω, άσε καλύτερα…
Ταξίδι με το τραίνο;
Είμαι από αυτούς που πάντα τους γοήτευε το τραίνο. Θυμάμαι ακόμα τα εισιτήρια από σκληρό χαρτόνι: καφέ για το ολόκληρο, καφέ/άσπρο για το εκπτωτικό. Και το εργαλείο του ελεγκτή που τα τρυπούσε με ένα “κλικ”. Γοητεύομαι –σε περίεργο βαθμό– από την αισθητική των σταθμών. Ειδικά των μικρότερων. Η παλιακή γραμματοσειρά με τα κεφαλαία γράμματα. Η πέτρινη επένδυση στην πρόσοψη και οι κληματαριές. Τα γκισέ στον σταθμό Θεσσαλονίκης με τον πίνακα ανακοινώσεων. Με θυμάμαι παιδί, να περιμένω με ανυπομονησία να δω σε ποια γραμμή θα έφτανε το τραίνο μας γιατί «ποτέ δεν ξέρεις». Μετά, μέσα να ανεβοκατεβαίνω τα βαγόνια. Να παρατηρώ τους συνεπιβάτες του “κουπέ” (που σίγουρα προτιμούσα). Να περνάω ώρες σε εκείνα τα ανακλινόμενα καρεκλάκια κάτω από τα μεγάλα παράθυρα του διαδρόμου. Γέφυρες και τούνελ που ξέρουν να κρατάνε μυστικά. Παλιά; Σίγουρα. Βρώμικα; Ε, και; Η πορεία μέσα από μια άλλη οπτική (και το νανούρισμα της αναπήδησης πάνω από τις ανοχές της ράγας) κάνανε για μένα τη διαφορά.
Θυμάμαι το Θεσσαλονίκη – Αθήνα με το νυχτερινό, μαζί με την γιαγιά και τη μαμά, σε τρίκλινη καμπίνα. Ξεμούδιασμα στο παρακμιακό βαγόνι-μπαρ και άφιξη πρωί-πρωί μαζί με την μυρωδιά του καφέ. Και τότε που επιστρέφαμε από το χωριό (τις προ-Daihatsu εποχές) με τον Χρήστο να μας αφήνει στο σταθμό στη Βέροια. Περίμενα το τραίνο, ρωτώντας τον Πάνο αν μπορώ να το ακούσω να έρχεται ακουμπώντας το αυτί μου πάνω στη ράγα. Η αναμονή μας πάντα έληγε όταν εκείνος ο κύριος με τη γκρι στολή και την αρμαθιά τα κλειδιά θα πλησίαζε στο μηχάνημα που μοιάζει με τηλεσκόπιο. Ξεκλείδωμα και μερικοί διακόπτες. Το είχα παρατηρήσει ενδελεχώς: στο κάτω του μέρος ένα σύρμα που πάλλοταν και –κάπου στο χιλιόμετρο μου είπε– έδινε την εντολή στο άλλο “κλειδί”. Το τραίνο μας έφτανε. Αλλά…έφτανε; Το ρεκορ ήταν 5 ώρες για το Θεσσαλονίκη – Σίνδος (και από εκεί αστικό).
Όμως όταν τα σαββατοκύριακα παίρναμε το τραίνο για Νάουσσα/Έδεσσα δε θυμόμουν καμία ταλαιπωρία. Άδεια βαγόνια, εναλλαγές τοπίου, και η αίσθηση της εξερεύνησης. Παρέα και ο Αντόνιο απο το Βαρέζε. Ιταλός μηχανικός που δούλευε σε έργα υποδομής –στο μυαλό μου, γνώστης όλων των μυστικών των γεφυριών και των τούνελ– και φυσιολάτρης. Το τραίνο ήταν το κερασάκι στην τούρτα την εποχή που κάθε μετακίνηση ήταν και μια περιπέτεια.
Το 2008, θητεία και σκοπός στο φυλάκιο διαλογής του ΟΣΕ. Ο λοχίας έλεγε «μην πλησιάσεις “εκεί” γιατί έχει ρεύμα η γραμμή» και «όταν αρχίζουν το “τέτρις” οι σιδηροδρομικοί, καλού-κακού φύγε τελείως». Το “τέτρις” ήταν ο τρόπος που κάνανε διαλογή των βαγονιών. Μια μηχανή επιταχύνει μερικά εμπορικά βαγόνια. Περνώντας πάνω από το σημείο διαχωρισμού, έφευγε στην αντίθετη κίνηση. Μετά από μερικά λεπτά αδράνειας, τα βαγόνια θα ανταγωνίζονταν μερικά άλλα βαγόνια ως προς την αντοχή της κατασκευής τους. Η επιβίωση του ισχυρότερου, σπασμένα ξύλα και καμένα λάδια. Δυο μέρες πριν απολυθώ, Θεσσαλονίκη – Κομοτηνή. Μάλλον ήθελα με τις 8+ ώρες να εξαγνίσω τους 12 μήνες.
Τα τελευταία 4 χρόνια ταξιδεύω με τραίνο σχεδόν κάθε μέρα. Άμστερνταμ, Ντελφτ, Ουτρέχτη. Σταθμάρχη δεν είδα ποτε. Ούτε εκείνο το τηλεσκόπιο με τα κλειδιά και τα «κλειδιά». Ο σταθμός της Ουτρέχτης («Λάρισα της Ολλανδίας» είπε ο Γιώργος) έχει 16 γραμμές και εξυπηρετεί πάνω από 270,000 επιβάτες τη μέρα. Το μεγαλύτερο ατύχημα που είχα, είναι να χάσω (λίγο) από το χρόνο μου. Οι ολλανδικοί σιδηρόδρομοι (NS) είναι κρατικοί. Δεν ξέρω αν θέλω να πάω κάπου με το τραίνο στην Ελλάδα.