Τρέχον κομμάτι

Τίτλος

Καλλιτέχνης

Τρέχουσα παράσταση

Τρέχουσα παράσταση


Σκληρή πέτρινη εποχή

Γραμμένο απόεπί 29/08/2023

Από το efsyn.gr / ΚΙΜΠΙ / 07.2023

Ας όψεται ο Λε Κορμπιζιέ. Εδωσε πολλή σημασία στο εκτυφλωτικό λευκό, στις αρμονικές γραμμές των κτισμάτων, στα χρώματα της ευπρέπειας, του ευ ζην και του ανθρώπινου μέτρου, που συμπυκνώνονταν, όπως έλεγε, στους πυκνοχτισμένους κυκλαδίτικους οικισμούς, και μάλλον υποτίμησε το μακρόχρονο, μνημειακό, σκληρό και επίπονο ανθρώπινο έργο που εκτυλισσόταν έξω από αυτές, στις άνυδρες, κατάξερες, σχεδόν μονόχρωμες, καφετί πλαγιές των λόφων που έπρεπε να γίνουν το απαιτητικό και διόλου γενναιόδωρο ενδιαίτημα των νησιωτικών κοινωνιών. Ας όψεται ο Λε Κορμπιζιέ, κι όλοι οι φανατικοί οπαδοί του ελληνικού φωτός, που λάτρεψαν κάθε τι λευκό και μαρμάρινο για την ιδιότητά τους να αντανακλούν το φως, αλλά υποτίμησαν τις ταπεινές κατασκευές από ανεπεξέργαστη πέτρα που ρουφάνε όλο το φως και την κάψα του ήλιου κι αρνούνται πεισματικά να ξεκολλήσουν από το τοπίο.
Μια σύντομη απόδραση στην Κύθνο, κι ένα προσεκτικό ξαναδιάβασμα του θαυμάσιου ρεπορτάζ της Μικέλας Χαρτουλάρη στην «Εφ.Συν.» (8-9/7/2023) για την απειλή του πέτρινου πολιτισμού της νησιωτικής Ελλάδα από τη «μυκονοποίησή» της έγιναν αφορμή για να δω με άλλο μάτι τις ξερολιθιές. Δεν υπάρχει κάτι εντελώς μοναδικό στις ξερολιθιές των Κυκλάδων. Από την Παλαιολιθική Εποχή και την πρώτη Γεωργική Επανάσταση η πέτρα ήταν το πρώτο εμπόδιο, αλλά και μέσο, για να εξασφαλίσει ο προϊστορικός άνθρωπος την πρόσβαση σε εύφορο χώμα. Η αφαίρεση της πέτρας από το χώμα όπου την εκτόξευσαν, σε κάθε σχήμα, σύνθεση και μέγεθος, οι τρομερές δυνάμεις της Γης ήταν η πρώτη ανθρώπινη ενέργεια μετασχηματισμού της φύσης. Και κατά κάποιον τρόπο ζούμε στην ίδια Λίθινη Εποχή που εγκαινιάστηκε πριν από περίπου 10.000-15.000 χρόνια.
Οι σύντομες διαδρομές στη μικρή Κύθνο αποκαλύπτουν ότι επί πολλούς αιώνες οι κάτοικοί της, υπό οποιοδήποτε καθεστώς κατοχής ή αυτονομίας, δεν σταμάτησαν να χτίζουν ξερολιθιές, από την άκρη της θάλασσας μέχρι την κορυφή της Πέτρας (πώς αλλιώς θα ονομαζόταν;), του ψηλότερου (μόλις 336 μέτρων) βουνού του νησιού. Δεκάδες, μάλλον εκατοντάδες χιλιόμετρα ξερολιθιές χωρίζουν τις επικλινείς πλαγιές σε πεζούλες, αναβαθμίδες ή αιμασιές, όπως τις λέγαν οι ντόπιοι, φτιάχνοντας μικρές λωρίδες αξιοποιήσιμης γης, όπου το νερό της βροχής μπορούσε να συγκρατηθεί, το χώμα να καλλιεργηθεί, τα ζώα να βοσκήσουν ή να σταλίσουν σε μικρά κτίσματα φτιαγμένα από την ίδια πέτρα, η γη να οριοθετηθεί σε ιδιοκτησίες ή απλές χρησικτησίες, οι άνθρωποι και τα ζώα να κυκλοφορήσουν μέσα από διαδρόμους, καλντερίμια και μονοπάτια που έφταναν μέχρι τα χωριά.
Η τεχνική φαίνεται απλή, πέτρα επί πέτρας, χωρίς κανένα συνδετικό υλικό, εκτός από την ίδια τη βαρύτητα και τη γεωμετρία του ανθρώπινου βλέμματος. Ανά λίγα μέτρα κεντημένης ξερολιθιάς, μεγάλες τριγωνικές πλάκες πράσινου σχιστόλιθου -στήματα τις λένε στην Κύθνο, παναγιές στην Τήνο και αλλού- σπάνε τη μονοτονία της συνεχούς τοιχοδομής, που όχι μόνο δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να ξεχωρίσει από το τοπίο, αλλά γίνεται κομμάτι της φύσης του. Κάθε ξερολιθιά είναι πλήρης βιότοπος εντόμων και μικρών ερπετών που βρίσκουν καταφύγιο στα κενά ανάμεσα στις πέτρες της.
Θαυμάζουμε τους Παρθενώνες, τις πυραμίδες των Αιγυπτίων ή των Ινκας, το Ταζ Μαχάλ για την αρχιτεκτονική τους, και δικαίως από πολλές απόψεις, αν και ξεχνούμε ότι, εκτός από αριστουργήματα υψηλής αισθητικής, τέχνης και τεχνικής, είναι και μνημεία ματαιοδοξίας των εμπνευστών τους και σκληρότητας των εκτελεστών τους. Στις ταπεινές ξερολιθιές των Κυκλάδων, της Μάνης, της Κροατίας, της Ιρλανδίας, στις ξερολιθιές όλου του κόσμου της Λίθινης Εποχής, όμως, αποτυπώνεται πολύ πιο ρεαλιστικά η μακρόχρονη ανθρώπινη περιπέτεια και η ικανότητα του είδους, των απλών και κατά κανόνα αγράμματων αγροτών και κτηνοτρόφων να κάνουν την ανάγκη τέχνη, χωρίς κανείς να τους έχει διδάξει αισθητική, μέτρο, αρχιτεκτονική. Μόνοι τους δάσκαλοι ήταν η ίδια η πέτρα και ο αμείλικτος χρόνος.
Σχεδόν κανείς δεν φτιάχνει πια ξερολιθιές. Κανείς δεν χρειάζεται τα κάποτε καρπερά κριθαροχώραφα της Κύθνου, ο επισιτισμός μας -κυριολεκτικά και μεταφορικά- εξαρτάται πια από τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και τις παγκόσμιες αγορές. Η γλυπτική του κυκλαδίτικου τοπίου θα αφεθεί στον χρόνο και στον τουριστικό ολετήρα, οι ξερολιθιές, οι χειροποίητες ρυτίδες της γης, όπως τις έβλεπε ο Σεφέρης, θα χαθούν μαζί με τους αγρότες, αυτοδίδακτους κι αλληλοδίδακτους τεχνίτες τους.
Θα μείνει ίσως μια αμυδρή ανάμνησή τους, διασωσμένη στα μικρά μνημεία ματαιοδοξίας του νησιωτικού real estate. Εκεί κυριαρχούν τερατουργήματα της λεγόμενης «μυκονοποίησης», αλλά αραιά και πού διακρίνει κανείς φιλότιμες προσπάθειες αρχιτεκτόνων να κρύψουν την επιδειξιμανία των πλούσιων πελατών τους σε κατασκευές θηριώδεις μεν, αλλά όχι κραυγαλέες. Σπίτια από την ίδια σχιστολιθική πέτρα, τοιχοδομές που μιμούνται επίμονα τις ξερολιθιές, οικοδομές που κρύβουν την πολυτέλειά τους, σχεδόν χάνονται στο φαιοπράσινο χρώμα του βράχου στον οποίο είναι φυτεμένες και τα θεμέλιά τους τα γλείφει το κύμα της θάλασσας. Ο πλούτος οικειοποιείται και απαλλοτριώνει έξυπνα την αισθητική της πενίας. Δεν μπορώ να πω ότι αυτό δεν μου γεννά αισθήματα ταξικού φθόνου.
Θεωρίες για την υπεραξία
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως
Γιάννη Ρίτσου, «Ρωμιοσύνη»
Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com