Savoir mourir
Written by v.psychogios on 08/09/2026
Είχα μια υπαρξιακή κουβέντα σήμερα με τον Dimitris Lizarazou, σχετικά με τις κηδείες αφορμής δοθείσης με το θάνατο ενός φίλου.. γύρισα πριν λίγο και είπα να καταγράψω την άποψη μου για το savoir mourir, “δεν έρχομαι στην κηδεία σου γιατί δεν θα έρθεις στη δική μου”. Φταίνε και οι μπύρες…
Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που οι γιορτές, αθόρυβα, σταματούν. Οι φίλοι δεν παντρεύονται πια. Δεν έρχονται πια παιδιά στον κόσμο για να βαφτιστούν. Οι προσκλήσεις λιγοστεύουν, τα τραπέζια αδειάζουν και, τελικά, οι μόνες τελετές που απομένουν είναι οι κηδείες. Στην αρχή πηγαίνεις επειδή έτσι κάνουν όλοι. Στέκεσαι ανάμεσα στους ζωντανούς δίπλα στους νεκρούς, λες τα λόγια που πρέπει, σφίγγεις τα χέρια που πρέπει και προσποιείσαι πως η θλίψη μπορεί να χωρέσει μέσα σε μιάμιση ώρα τελετουργίας. Κάποια στιγμή όμως κάτι αλλάζει. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός· είναι μια αργή διαδικασία εξαφάνισης που συμβαίνει γύρω σου εδώ και χρόνια. Οι άνθρωποι εξαφανίζονται από τη ζωή σου πολύ πριν εξαφανιστούν από τον κόσμο. Και ίσως κάπου εκεί αρχίζει το savoir mourir — όχι απλώς στο να ξέρεις πώς να πεθάνεις, αλλά στο να μαθαίνεις πώς να αποδέχεσαι την απουσία χωρίς να την μετατρέπεις σε θέαμα.
Δεν πηγαίνω πια σε κηδείες. Όχι επειδή με φοβίζει ο θάνατος, ούτε επειδή ξέχασα πώς είναι να πενθείς. Ίσως ακριβώς επειδή έχω καταλάβει υπερβολικά καλά τι είναι ο θάνατος. Ένα φέρετρο δεν περιέχει τον άνθρωπο που αγαπήσαμε· περιέχει μόνο ό,τι απέμεινε αφού όλα εκείνα που τον έκαναν αυτό που ήταν έχουν ήδη εξαφανιστεί. Η φωνή του έχει χαθεί. Οι σκέψεις του έχουν χαθεί. Το γέλιο του, οι αντιφάσεις του, οι μικρές του συνήθειες και η παρουσία του μέσα στον κόσμο έχουν χαθεί. Αυτό που απομένει είναι ένα σώμα και γύρω του ένα τελετουργικό που το εκτελούν εκείνοι που είναι ακόμη, προσωρινά, ζωντανοί. Προτιμώ να θυμάμαι κάποιον σε κίνηση, να μιλάει, να γελάει, να κάνει λάθη, να είναι αντιφατικός, να είναι ζωντανός — παρά να τον παγώσω στην τελευταία και πιο ανούσια εικόνα της ύπαρξής του.
Και υπάρχει κάτι ακόμη, ίσως λιγότερο ευγενές αλλά πιο ειλικρινές. Δεν μπορώ να πάω στην κηδεία κάποιου που δεν θα ερχόταν στη δική μου. Όταν έρθει η δική μου ώρα, δεν θα είμαι εκεί για να δω ποιος στάθηκε δίπλα στο φέρετρό μου, ούτε φυσικά θα έχει σημασία για μένα. Οι νεκροί δεν έχουν ανάγκη την παρουσία μας. Οι ζωντανοί την έχουν — άλλοτε από αγάπη, άλλοτε από ενοχή, κι άλλοτε απλώς επειδή έτσι απαιτεί η κοινωνία. Εγώ έχω επιλέξει να βγω έξω από αυτή την προσδοκία. Αν κάποιος φύγει από αυτόν τον κόσμο, θα τον θυμάμαι αν είχε σημασία για μένα. Θα τον πενθήσω σιωπηλά, αν χρειαστεί. Αλλά δεν θα προσποιηθώ πως το να στέκομαι δίπλα στον τάφο του μπορεί να επαναφέρει οτιδήποτε πήρε ο θάνατος.
Ίσως, καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε σιγά-σιγά πως στον θάνατο δεν υπάρχει τελική δικαιοσύνη, ούτε συμμετρία, ούτε κάποιος κοσμικός λογαριασμός που στο τέλος ισοσκελίζεται. Οι άνθρωποι πεθαίνουν είτε αγαπήθηκαν είτε ξεχάστηκαν, είτε άξιζαν ακόμη μία μέρα είτε είχαν ήδη ζήσει εκατό περισσότερες απ’ όσες έπρεπε. Στο τέλος, κάθε φιλία, κάθε υπόσχεση, κάθε καβγάς και κάθε αγάπη καταπίνεται από την ίδια σιωπή. Γι’ αυτό δεν έχω καμία επιθυμία να στολίσω αυτή τη σιωπή με τελετές. Ας ανήκουν οι νεκροί στους νεκρούς. Εγώ θα κρατήσω ό,τι απέμεινε από αυτούς εκεί όπου ο θάνατος δεν μπορεί να φτάσει — στη μνήμη.
Και όταν έρθει η δική μου σειρά, δεν ζητώ τίποτε περισσότερο. Ούτε πομπή, ούτε παράσταση πένθους, ούτε υποχρέωση. Μόνο σιωπή. Ίσως τελικά το savoir mourir να σημαίνει ακριβώς αυτό — και τίποτε λιγότερο: να μάθεις να φεύγεις χωρίς να ζητάς από τους ζωντανούς να σε ακολουθήσουν.
