Current track

Title

Artist


Η προσωπική ιστορία ενός τραγουδιού

Written by on 26/08/2026

Δεν ήταν στα καλά τους, σχεδόν περασμένη μετεφηβεία η φάση τους. Εκείνος έλειπε αναγκαστικά για καιρό. Εκείνη ‘’έπρεπε’’ να ξεφύγει από το κοινό τους πρώτο, και μάλλον ουσιαστικό.

Το ‘’επώασαν’’ αυτό όλες οι συνθήκες. Τα δυο – τρία κοινά τους χρόνια, η κάλυψη από αλλού όσων εκείνος δεν είχε να δώσει, η φυσική ανάγκη δοκιμής, οι άλλες φωνές από αγαπημένους οικείους για αλλαγή, η νεότητα τους, η ενέργεια των δικών του άγνωστων ατασθαλιών.
Πήγαν στην συναυλία, στην Πέτρα.
Λίγα λόγια, πολλές σκέψεις από εκείνον. Δεν ήξερε για εκείνη. Αγγίγματα σχεδόν άγνωστα. Προκαλούν διαφορετικό ρίγος από αυτό του έρωτα. Βαφτίζονται άγνωστα τα αγγίγματα μιας σχέσης προδοτικά μουσκεμένης.
Σαν την υγρασία ‘’που στάζουν οι οροφές…’’ όπως τραγουδούσε μπροστά τους ο Σωκράτης Μάλαμας, στους στίχους του Γιάννη Τσατσόπουλου, στο ‘’Πιες’’, από το ‘’Της μέρας και της νύχτας’’ του ’92.
‘’…την πίκρα που ‘χω μες στο στόμα πιες’’ συνέχιζε ο Σωκράτης. 
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή του έδωσε στο στόμα το πιο άβολο βολικό φιλί που ένοιωσε εκείνος ποτέ του.
Είχαν προηγηθεί κι άλλα εκείνο το καλοκαίρι. Σαν το τραγούδι αυτό να ‘ταν το σάουντρακ της φάσης της σχέσης τους.
Πολλά τσιγάρα σβησμένα σχεδόν ολόκληρα, μισά, αχρείαστα, άλλα μέχρι την γόπα καπνισμένα, σε σταθμούς λεωφορείων, στον Κηφισό, στην ηρωική επαρχιακή πόλη. 
Ακολούθησαν κι άλλα εκείνο το καλοκαίρι, σε σταθμούς τρένων, απ’ τον νότο μέχρι τον βορρά κι ενδιάμεσα. 
Ένα ξημέρωμα κάτω από ένα σβηστό φανάρι, στο δανεικό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Στο μπαλκόνι, απέναντι από τη πλατεία της πόλης ξακουστών συγκεκριμένων ηρώων. Ενώ είχε περάσει ένα απόγευμα απόγνωσης, κι εκείνος κυρίως μπόρεσε κι εκφράστηκε με τον πιο έντονο τρόπο.
Ένας ταξιτζής τους άφησε από λάθος σε μια ερημιά, κάτω από ένα κάστρο. Τότε μπόρεσαν να περπατήσουν, να μιλήσουν, να φωνάξουν, να ουρλιάξουν, κλωτσώντας πέτρες που ‘μοιαζαν μπαμπάκια.
Και τώρα πια, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, σαν σκηνικό εσωτερικού θεάτρου. Σκορπάν οι τότε ώρες και χάνονται στου χρόνου τις αιώρες.
Κι όπως σκορπάν και διαλύονται, ταξιδεύουν και φιλτράρονται από τον χρόνο και τα γεγονότα, σαν άλλο οξυγόνο που φιλτράρεται απ’ τα δέντρα.
Ταξιδεύουν κι έρχονται πίσω σαν τον ήχο των φτερών καθώς πετά ένα σπουργίτι, σαν τον ήχο ενός φύλλου που πέφτει στη γη, σαν τον αέρα όταν περνά μέσα από τα Ρόμπολα στον Όλυμπο.
β.ψ.