Αγκαλιά με τη φύση
Written by v.psychogios on 15/08/2026
«Όταν παρατηρήσεις τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά, το τι συμβαίνει σε ένα δέντρο, αντιλαμβάνεσαι πώς μας επηρεάζουν και εμάς οι ρίζες μας, πώς παίζουν ρόλο στην ανάπτυξή μας και στις διαδρομές που κάνουμε στη ζωή μας». Φωτογραφία: ForestCom
Από το περιοδικό δρόμου Σχεδία / shedia.gr / Κείμενο: Σπύρος Ζωνάκης
Αναστοχαστικοί περίπατοι σε δρυμούς, αγκάλιασμα δέντρων και σκάλισμα λαχανόκηπων. Η επαφή μας με τη φύση έχει θεραπευτικές διαστάσεις, από την κατάθλιψη ώς τις αναπτυξιακές διαταραχές.
«Βεβαιωθείτε ότι έχετε αφήσει πίσω το τηλέφωνο και τη φωτογραφική σας μηχανή. Θα περπατάτε άσκοπα και αργά. Αφήστε το σώμα σας να είναι ο οδηγός σας. Ακούστε πού θέλει να σας οδηγήσει. Ακολουθήστε τη μύτη σας. Και πάρτε το χρόνο σας. Δεν πειράζει αν δεν φτάσετε πουθενά. Απολαύστε τους ήχους, τις μυρωδιές και τις εικόνες της φύσης και αφήστε το δάσος να εισέλθει μέσα σας», μας προτρέπει o δρ. Κινγκ Λι, ιάπωνας καθηγητής Ανοσολογίας.
«Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να παρουσιάζεται μέσα από μία ταυτότητα. Στο δάσος, δεν έχεις την ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι, κάτι λυτρωτικό»
Το ιαπωνικό Υπουργείο Υγείας, αντιλαμβανόμενο αυτήν ακριβώς τη θεραπευτική διάσταση της φύσης, συνταγογραφεί, ήδη από τη δεκαετία του ’80, «λουτρά στα δάση», δηλαδή περιπάτους ανάμεσα στα δέντρα, ακούγοντας τους ήχους του ανέμου, των φύλλων και των πουλιών.
Με το βιβλίο του «Η Φωνή της Γης» (1992), ο Θίοντορ Ρόζακ επισημοποίησε τον όρο «Οικοψυχολογία». Η οικοψυχολογία δημιουργήθηκε μέσα από την ανάγκη να περιληφθεί το φυσικό περιβάλλον ως ένας βασικός παράγοντας ανάπτυξης της ψυχικής μας υγείας, παράγοντας που είχε παραλειφθεί τα προηγούμενα χρόνια από τις ψυχοθεραπευτικές σχολές. «Η οικοψυχολογία εισάγει έναν βαθύτερο τρόπο επανένωσης με τη φύση, που είναι μια έμφυτη τάση του ανθρώπου, που έχει ξεχαστεί. Όταν αυτή η μνήμη ξυπνάει και επανασυνδέεσαι με κάτι που είναι καταγεγραμμένο στα κύτταρά σου, μπορεί να επέλθει η ισορροπία. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό επιτυγχάνεται μέσα από βιωματικά εργαστήρια που αξιοποιούν τα ψυχοθεραπευτικά εργαλεία από τις διαφορετικές σχολές, σε μια ολιστική προσέγγιση. Συμπεριλαμβάνει το άμεσο βίωμα με τα στοιχεία της φύσης, τεχνικές
χαλάρωσης και αφύπνισης των αισθήσεων, της προβολής και μεταβίβασης που συναντάμε στα εργαλεία της ψυχανάλυσης, καθώς και ασκήσεις έκφρασης συναισθημάτων και εμβάθυνσης των εμπειριών», εξηγεί η ψυχολόγος Κλειώ Αποστολάκη, ιδρύτρια της Ελληνικής Εταιρείας Οικοψυχολογίας.
ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Σύμφωνα με την ίδια, η νόσος του δυτικού πολιτισμού είναι ότι δεν αποδεχόμαστε τα μελαγχολικά, τα αρνητικά συναισθήματα και ότι πρέπει να είμαστε συνέχεια καλά. «Αυτές τις ερμηνείες τις κάνουμε και στα φυσικά φαινόμενα. Όταν, λοιπόν, πηγαίνουμε στη θάλασσα, λέμε “η θάλασσα δεν είναι καλή σήμερα, γιατί έχει βρωμιές, έχει φύκια, αντάρα, φουρτούνα”. Κάνουμε μία προβολή της ερμηνείας που δίνουμε, όταν κάτι παρόμοιο συμβαίνει σε εμάς, όταν είμαστε φουρτουνιασμένοι. Μέσω της βιωματικής προσέγγισης της οικοψυχολογίας, δίνουμε μια ερμηνεία γιατί χαρακτηρίζουμε τη θάλασσα κακή, γιατί θέλουμε μία θάλασσα συνεχώς γαλήνια και καθαρή.
Εκείνο που δουλεύουμε μέσα από τούτο το παράδειγμα είναι ότι η θάλασσα, αν δεν έχει αυτές τις μεταβολές, θα γίνει ένας βάλτος, θα πεθάνει ό,τι υπάρχει μέσα της, δεν θα υπάρχει αναζωογόνηση. Έτσι και οι δικές μας αντάρες δεν είναι το κακό σπυρί, που το σταματάμε στην εξέλιξή του. Είναι μία κατάσταση που μας υπενθυμίζει ότι έχουμε μαζέψει πολύ σκουπίδι μέσα μας και ότι χρειάζεται να το αποβάλουμε. Eίχαμε πάει σε retreat στα ηφαίστεια έξω από τη Νάπολη. Όταν τα ηφαίστεια αποβάλλουν με έναν πιο ελεγχόμενο τρόπο το μάγμα, τότε δεν γίνονται καταστροφικά. Άρα, λοιπόν, ένας άνθρωπος, όταν δεν αναγνωρίζει τα αρνητικά του συναισθήματα, δεν τα εκφράζει και δεν τα αποβάλλει ελεγχόμενα, θα βρουν αυτά έναν, συνήθως, ανεξέλεγκτο τρόπο να βγουν προς τα έξω», συνεχίζει η κ. Βασιλάκη, που μας λέει πως, μόλις κάποιος ακούει για οικοψυχολογία, η κλασική ερώτηση είναι: “δεν είστε εσείς που αγκαλιάζετε τα δέντρα;”. «Θεωρούν ότι είμαστε νεοδρυίδες. Αυτό που δεν γίνεται κατανοητό είναι ότι δεν αγκαλιάζουμε το δέντρο, γιατί θέλουμε να του προσφέρουμε αγάπη με τον χίπικο τρόπο. Όταν παρατηρήσεις τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά, το τι συμβαίνει σε αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα, αντιλαμβάνεσαι πώς μας επηρεάζουν και εμάς οι ρίζες μας, πώς παίζουν ρόλο στην ανάπτυξή μας, στον κορμό μας και στις διαδρομές που κάνουμε στη ζωή μας, που είναι τα κλαδιά μας.
«Θυμάμαι τον άνθρωπο, που, μπαίνοντας στο δάσος του Μαινάλου, ένιωθε σαν να γυρνάει στη μήτρα της μάνας του, ότι μπαίνει σε ένα ασφαλές περιβάλλον».
Έχω δει άτομα τα οποία βρίσκονταν σε μια κλασική ψυχοθεραπευτική προσέγγιση για πολύ καιρό να έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα και πολύ πιο γρήγορα, όταν η φύση γίνεται ο προσωπικός τους θεραπευτής. Κι αυτό γιατί η φύση είναι ένα προβολικό τεστ, μας προβάλλει τον ίδιο μας τον εαυτό», συμπληρώνει η ίδια.
Η ομαδική αναλυτική ψυχαναλύτρια-ψυχολόγος κ. Χρυσή Καριώτογλου εφαρμόζει την περιπατητική ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, όπου μεταφέρει τη συνεδρία με τον θεραπευόμενό της στο φυσικό περιβάλλον, από το λόφο του Φιλοπάππου ώς τον Εθνικό Δρυμό Σουνίου. «Περπατώντας σε έναν φυσικό χώρο, κάνουμε ό,τι θα κάναμε σε μια ψυχοδυναμική συνεδρία. Αυτή η διαδικασία έφερε και την επόμενη μορφή, τη θεραπευτική πεζοπορία. Πραγματοποιούμε (συνήθως, μία ομάδα 8-10 ατόμων) μια πεζοπορική διαδρομή στο δάσος και, με έναυσμα κάποια στοιχεία του συγκεκριμένου μονοπατιού ή φυσικού περιβάλλοντος, δημιουργώ ασκήσεις ψυχοδυναμικής προσέγγισης. Όταν είμαστε κοντά σε ένα ρυάκι ή ποτάμι, τους ζητάω να σκορπιστούν και να διαλέξουν ένα βότσαλο ή μια πέτρα που τους κάνει εντύπωση. Το επόμενο στάδιο είναι να πάρουν την πέτρα τους, να τη νιώσουν, να τη μυρίσουν και να σκεφτούν, κοιτώντας την πέτρα, που είναι κάτι βαρύ, τι είναι αυτό που τους βαραίνει συμβολικά στη ζωή τους, αυτήν την περίοδο. Αφού το κάνουν, θα τους καλέσω να πάνε, σχεδόν τελετουργικά, στο ρυάκι, να βάλουν το χέρι τους στο νερό, να το νιώσουν, να καταλάβουν ότι τα πράγματα ρέουν στη ζωή και, αφού κλείσουν τα μάτια τους, να πετάξουν την πέτρα, για να την αφήσουν να την πάρει το νερό. Δηλαδή, αυτό που τους βαραίνει, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, το αφήνουν πίσω τους πια. Το βιώνουν πολύ έντονα συναισθηματικά οι άνθρωποι. Είναι μια διαδικασία όπου δεν χρειάζεται να πάει κάποιος σε πολύ βάθος, αλλά μπορεί να πάρει κάποια ψήγματα της ιστορίας του και, σχεδόν στιγμιαία, μέσα από μία άσκηση, να αφήσει λίγο από το ψυχολογικό βάρος με το οποίο είναι αυτά συνδεδεμένα.
Η ΑΠΟΦΟΡΤΙΣΗ
Θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, που, μπαίνοντας στο δάσος του Μαινάλου (που σε κλείνει, όχι, όμως, κλειστοφοβικά), ένιωθε σαν να γυρνάει στη μήτρα της μάνας του. Δηλαδή, αισθανόταν σαν να μπαίνει σε ένα ασφαλές περιβάλλον», τονίζει η κ. Καριώτογλου, που θεωρεί πολύ συγκινητική την άσκηση αγκαλιάσματος των δέντρων. «Καλώ τα μέλη της ομάδας να αγκαλιάσουν τα δέντρα, σαν να αγκαλιάζουν με καλοσύνη όλους τους ανθρώπους που τους πληγώνουν και τους άφησαν κάτι αρνητικό και τους προτρέπω, αγκαλιάζοντάς τους, να τους πουν: “σε συγχωρώ”, “σε αφήνω πίσω”. Αυτό προκαλεί πολύ μεγάλη συναισθηματική αποφόρτιση. Οι άνθρωποι, μετατρέποντας αυτήν την πορεία στο δάσος σε μία αναδρομή στην ιστορία τους, αποφορτίζονται με έναν πιο συνειδητό τρόπο. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να παρουσιάζεται μέσα από μία ταυτότητα. Στο δάσος, δεν έχεις την ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι, ούτε τι στόχο έχεις στη ζωή σου, απλά υπάρχεις όπως σε έφτιαξε η φύση, και αυτό είναι λυτρωτικό», παραθέτει.
H πρώτη επαφή της ψυχολόγου Άρτεμις Μπλατσή (που άφησε πριν από έξι χρόνια την Αθήνα για τη Στρώμη, ένα χωριό στις παρυφές της Γκιώνας) με την οικοθεραπεία ήταν μέσω της θεραπείας περιπέτειας (adνenture therapy), στην οποία και εκπαιδεύτηκε. «Εκεί χρησιμοποιείς την αναρρίχηση, την κατάβαση φαραγγιών, το καγιάκ, δραστηριότητες οι οποίες βάζουν τους ανθρώπους σε μία διαδικασία μεγαλύτερης επισφάλειας ή όπου πρέπει να διαχειριστούν μία σωματική και συναισθηματική εμπειρία που έχει λίγο μεγαλύτερη περιπέτεια και αυτό αναδεικνύει χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, όπως την ανθεκτικότητα, την επιμονή. Δηλαδή, βρίσκουν μέσα τους αυτοδυναμία και αυτονομία. Αντιλήφθηκα, όμως, ότι η οικοψυχολογία είναι κάτι πιο ευρύ και μπορεί να έχει πιο απαλές όψεις. Όπως ένα αναστοχαστικό περπάτημα, όπου περπατάμε με σκοπό να συντονίσουμε τις αισθήσεις μας με το περιβάλλον μας και από αυτά τα ερεθίσματα να πάρουμε εμπειρικό και συναισθηματικό υλικό για να επεξεργαστούμε τις δικές μας διεργασίες.
H oικοθεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ασκήσεις βιωματικού χαρακτήρα στη φύση.
Φωτογραφία: Shutterstock.
Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
Μπορεί να είναι κάτι πιο σχεδιασμένο, όπως ασκήσεις βιωματικού χαρακτήρα, όπου, αφού εντάξουμε τους ανθρώπους στη φύση αισθητηριακά και συναισθηματικά, τους ζητούμε να μας φέρουν ένα αντικείμενο από τη φύση, το οποίο συμβολίζει τις δυνάμεις τους ή κάτι από το χαρακτήρα τους. Οπότε, αρχίζουν να βλέπουν τη φύση σαν έναν καθρέφτη της δικής τους ύπαρξης. Για παράδειγμα, το κουκουνάρι είναι το ανθεκτικό στοιχείο των δέντρων, εκείνο που αντέχει τη φωτιά ή το κρύο. Κάποιοι άνθρωποι ενδέχεται να ταυτιστούν, να δουν στο κουκουνάρι εκείνες τις ποιότητες της ανθεκτικότητας και της επιμονής που μπορεί να έχουν και οι ίδιοι και να γίνει μια ολόκληρη συζήτηση για τη δική τους εμπειρία», επισημαίνει η κ. Μπλατσή. Επιπλέον, νοηματικά και συναισθηματικά, ένας άνθρωπος που είναι σε κατάθλιψη, γιατί έχει πένθος, μπορεί να δει στο δάσος τον κύκλο της ζωής, «ότι κάτι αποσυντίθεται, κάτι γεννιέται, να δει μια εικόνα η οποία θα του δώσει ένα νόημα στην αδιέξοδη ή μη νοηματοδοτημένη κατάσταση που αντιμετωπίζει. Η αίσθηση του μεγαλείου της φύσης, μια εικόνα που σου προκαλεί δέος, είναι κάτι με το οποίο δουλεύουμε θεραπευτικά, γιατί δημιουργεί καινούριες νοηματοδοτήσεις. Μας κάνει να διαισθανθούμε ποιο είναι το μέγεθός μας στον κόσμο ή ότι ο κόσμος είναι κάτι πιο μεγάλο, που έχει μεγαλύτερα νοήματα από αυτά με τα οποία ασχολούμαστε», προσθέτει η ίδια.
ΧΗΜΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ
Πράγματι, όλο και περισσότερες μελέτες αποδεικνύουν τα βιολογικά oφέλη τού να βρίσκεται κανείς σε φυσικό περιβάλλον. «Ένας από τους φυσικούς παράγοντες που τεκμηριωμένα επιδρούν θετικά στο ανθρώπινο οργανισμό είναι τα “φυτονκίδια”. Πρόκειται για χημικές ενώσεις που εκκρίνονται από τα φυτά για την αντιμετώπιση των βακτηρίων και των μυκήτων που τα απειλούν. Συνδράμουν και στην ενεργοποίηση του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας τα κύτταρα-φυσικούς φονείς, που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση των καρκινικών κυττάρων.
Ένας ακόμα τρόπος που το φυσικό περιβάλλον επιδρά θετικά στην υγεία είναι με τη μείωση των επιπέδων κορτιζόλης στον οργανισμό. Σε έρευνα που έγινε σε νοσοκομείο της Πενσυλβάνιας, ελέγχθηκε εάν η θέα σε φυσικό περιβάλλον έναντι της θέας ενός τοίχου από το παράθυρο του θαλάμου θα επιδρούσε στο ρυθμό της μετεγχειρητικής αποκατάστασης των ασθενών.
«Η οικοθεραπεία βοηθάει στην επούλωση της κατάθλιψης, τη βελτίωση της μνήμης, στο να αισθάνονται οι άνθρωποι πιο συνδεδεμένοι».
Αποδείχθηκε ότι, στο σύνολό της, η ομάδα που έβλεπε έξω από το παράθυρο προς ένα πράσινο τοπίο είχε συντομότερους χρόνους ανάρρωσης και χρειάστηκε λιγότερα αναλγητικά από την αντίστοιχη ομάδα που είχε ως θέα τον τοίχο. Επιπλέον, η τακτική έκθεση σε φυσικά περιβάλλοντα έχει βρεθεί ότι βελτιώνει την καρδιαγγειακή υγεία, χαμηλώνει την πίεση και ηρεμεί τον καρδιακό ρυθμό. Τα γνωστικά οφέλη που προσφέρει η φύση είναι εξίσου σημαντικά.
Έρευνα κατέδειξε ότι το να περνάμε χρόνο στη φύση βελτιώνει την προσοχή και αυξάνει τη συγκέντρωση. Μία τέτοια επίδραση θα μπορούσε να είναι πολύτιμη στη διαχείριση των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ», υπογραμμίζει η κ. Μπλατσή.
ΤΑ ΨΗΦΙΔΩΤΑ
Πώς θα σας φαινόταν μία «οικοθεραπευτική» κοινότητα, με «συνταγή» πανεπιστημίου; Τούτο ακριβώς λαμβάνει χώρα από το 2015 στη Λιναριά, το πανέμορφο λιμάνι της Σκύρου, όπου κάθε καλοκαίρι (για περίπου δέκα μέρες) συναντιούνται άνθρωποι από όλο τον κόσμο, έχοντας την κοινή λαχτάρα να μάθουν να προστατεύουν το περιβάλλον, αλλά και να βιώσουν τη θεραπευτική σύνδεση με τη φύση. «Μένουμε, τρώμε και συζητάμε όλοι μαζί, 30-35 άτομα, πάντα έξω στη φύση. Με τη βοήθεια ψυχολόγων, πραγματοποιούμε βιωματικές δράσεις, όπως καθοδηγούμενους περιπάτους, ασκήσεις αναπνοών, γιόγκα, αθλητικά παιχνίδια, διαβάζουμε κείμενα σε ένα φυσικό περιβάλλον και πιάνουμε συζήτηση γύρω από αυτά. Παράλληλα, υπό τον καθοδήγηση του δρ. Γιάννου Θεοδούλου, παίρνουμε από τα σκουπίδια σπασμένα πλακάκια και καθρέφτες και φτιάχνουμε ψηφιδωτά, πραγματικά έργα τέχνης. Έχει φανεί ότι ενισχύεται η αυτοεκτίμηση και η δημιουργικότητα των συμμετεχόντων. Η οικοθεραπεία βοηθάει στην επούλωση της κατάθλιψης και τη βελτίωση της μνήμης, αλλά και στο να αισθάνονται οι άνθρωποι πιο συνδεδεμένοι με τους άλλους», μας λέει η κ. Κωνσταντίνα Σκαναβή, καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Επικοινωνίας και Εκπαίδευσης του Τμήματος Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας του ΠΑΔΑ και εκ των ιδρυτών του «Skyros Project» (που αποτελεί και θερινή ακαδημία περιβαλλοντικών εκπαιδευτών).
Ο ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΣ
Η Γη Θεραπαινίς είναι μη κερδοσκοπικό σωματείο που ιδρύθηκε από γονείς και φίλους ατόμων με αυτισμό, με σκοπό τη δημιουργία ενός θεραπευτικού αγροκτήματος (που βρίσκεται στην Παιανία), όπου ενήλικα άτομα με αναπτυξιακές διαταραχές θα μπορούν να εκπαιδεύονται κάτω από προσαρμοσμένες συνθήκες.
«Χρησιμοποιούμε, ουσιαστικά, τη γη ως θεραπευτικό εργαλείο. Αισθητηριακή απευαισθητοποίηση και ολοκλήρωση, κινητικός σχεδιασμός, επικοινωνία και κοινωνική αλληλεπίδραση, συναισθηματική αμοιβαιότητα επιτυγχάνονται μέσα από την αμεσότητα της φύσης και τη χαρά της καλλιέργειας φρέσκων, βιολογικών λαχανικών, που προσφέρουν στις οικογένειές τους και στην κοινωνία. Το να μπορούν αυτά τα άτομα να σκύψουν, να περπατήσουν ισορροπημένα, να αποφύγουν τα ωφέλιμα χορταρικά, φρούτα και λαχανικά και να πατήσουν μόνο εκεί που είναι χώμα, το να χρησιμοποιήσουν ένα εργαλείο για να σκαλίσουν ή να κάνουν στοχοθέτηση είναι μια βαριά δεξιότητα, που δεν είναι αυτονόητη για εκείνα και η κατάκτησή της αντικατοπτρίζεται στην καθημερινή τους ζωή.
«Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να δουν στο κουκουνάρι εκείνες τις ποιότητες της ανθεκτικότητας και της επιμονής που, ίσως, έχουν και οι ίδιοι».
Ο λαχανόκηπος αποτελεί θεραπευτικό μέσο να σταματήσουν και την παρόρμηση. Μία παρόρμηση είναι να θέλουν να κόψουν τις φράουλες και να τις φάνε, γιατί αυτό λέει το ένστικτό τους. Εκπαιδεύονται, λοιπόν, ότι είναι ωφέλιμο να τις νοιαστούν, να τις αφήσουν να κοκκινίσουν, καθώς πρέπει να τις φάμε γλυκιές και όχι ξινές», υπογραμμίζει η ψυχολόγος Μαρία Λιάπη, υπεύθυνη σχεδιασμού και υλοποίησης του κηπουρικού προγράμματος.
«Όταν ένας άνθρωπος βρεθεί σε φυσικό περιβάλλον, αμέσως σχετίζεται, άρα μπορεί να ανοιχτεί. Επομένως, στη φύση, η ένταξη, η συμπερίληψη για αυτά τα άτομα γίνεται αυτόματα. Eίναι πολύ σημαντικό για εκείνα να πάνε στο οικογενειακό τραπέζι μία μελιτζάνα που έχουν βγάλει οι ίδιοι, που τη φρόντισαν επί εβδομάδες. Πολύ περισσότερο στη λαϊκή. Θέλουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Το να γίνονται αποδεκτοί τους κάνει και πιο λειτουργικούς», καταλήγει.

