Current track

Title

Artist


Το άγγελμα της παρηγοριάς

Written by on 27/04/2026

Από το shedia.gr / του Σπύρου Ζωνάκη

Ο «πολιτισμός των γραμμάτων» μπορεί να σβήνει, όχι, όμως, οι μνήμες για τον κοινωνικό ρόλο του ταχυδρόμου, που άλλοτε ήταν η μοναδική πηγή ειδήσεων και επαφή με τους ξενιτεμένους.
Τα πρώτα ταχυδρομικά ίχνη εντοπίζονται στην Κίνα, την Αίγυπτο, την Ασσυρία και τη Βαβυλωνία, όπου οι ταχυδρομικές υπηρεσίες αξιοποιούνται μόνο για την κάλυψη κρατικών αναγκών, ενώ η πρώτη κανονικά οργανωμένη ταχυδρομική υπηρεσία, για την οποία υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες από τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα, συγκροτείται από τον ιδρυτή της Περσικής Αυτοκρατορίας βασιλιά Κύρο, στα 500 π.Χ. Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος, η λέξη «ταχυδρόμος» υπάρχει από τα ελληνιστικά χρόνια, «αλλά αρχικά σήμαινε αυτόν που τρέχει γρήγορα, τον γοργοπόδαρο. Στα βυζαντινά χρόνια, παίρνει και τη σημασία του αγγελιοφόρου. Τη λέξη την ανάστησαν οι λόγιοι του 19ου αιώνα και έπλασαν και τη λέξη “ταχυδρομείο”. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας, υπήρχε ο πεζοδρόμος: ήταν έκτακτος ταχυδρόμος, που πληρωνόταν για τον κόπο του από τα χωριά που εξυπηρετούσε, με το λεγόμενο ποδοκόπι. Υπήρχε και το μετζίλι ή μενζίλι, οργανωμένο σύστημα σε μόνιμη βάση, με έφιππους ταχυδρόμους, που άλλαζαν άλογα σε ενδιάμεσους σταθμούς, τους μενζιλχανέδες. Το 1822, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε από τη Διοίκηση να διατεθούν από κάθε επαρχία ένας άντρας και δύο άλογα και έτσι “κατορθώνεται μενζίλι, το οποίον προβάλλω”. Τότε είναι που αρχίζει να εμφανίζεται στα επίσημα έγγραφα ο όρος “ταχυδρομείο”».

Τις αναμνήσεις του όταν όργωνε με τα πόδια τα βουνά της Αργιθέας, στα Θεσσαλικά Άγραφα,μας εξιστορεί ο 76χρονος συνταξιούχος ταχυδρόμος Μήτσος Κουτσουπιάς. «Είτε με κρύο είτε με λιοπύρι, μέσα από ένα δύσκολο μονοπάτι, μέσα από γκρεμούς και κατεβασμένα ποτάμια, τρεις φορές την εβδομάδα, πότε με τα πόδια, πότε με το μοναδικό μου “όχημα”, το μουλάρι μου τον Κουτσιάφτη -και αργότερα ένα άλογο που απέκτησα- έπρεπε να κάνω μια διαδρομή πάνω από 50 χιλιόμετρα τη μέρα. Υπήρχαν συγκεκριμένα σημεία διανομής πάνω στο κεντρικό μονοπάτι: οι πλατείες, τα καφενεία, τα σχολεία και άλλα επιλεγμένα μέρη στα διάσελα, στα αγνάντια και στα τρίστρατα. Πριν φτάσω στο σημείο συνάντησης, καλούσα τους κατοίκους με την καραμούζα μου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχα στο Καταφύλλι,όπου έπρεπε ώρα πολλή να σαλπίζω με την καραμούζα μου για να ειδοποιήσω όσους έμεναν σε απομακρυσμένες περιοχές, στους διάσπαρτους οικισμούς, να στείλουν κάποιον να παραλάβει την αλληλογραφία.

ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ
Εκτός από την αλληλογραφία, μεταφέραμε και τα νέα από το ένα χωριό στο άλλο. Ήμασταν αγγελιαφόροι καλών και κακών ειδήσεων και η μοναδική πηγή κάθε είδους πληροφοριών. Ήμασταν ο μοναδικός συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτών που ξενιτεύτηκαν κι εκείνων που έμειναν πίσω. Έκανα και πολλές άλλες εξυπηρετήσεις, κουβαλούσα αλάτι, τραπουλόχαρτα και πετρέλαιο από το μονοπώλιο που λειτουργούσε τότε στα Βραγκιανά, τρόφιμα για τους δασκάλους στο Αργύρι και το Καταφύλλι, φάρμακα, ακόμα και κλίτσες. Πολλές φορές, κάποιοι που δεν γνώριζαν να γράφουν μού υπαγόρευαν και έγραφα εγώ. Έτυχε κάποιες φορές με βροχή να γράφω γράμμα κάτω από την ομπρέλα», μας λέει ο κ. Κουτσουπιάς, που θυμάται ότι στο ιατρείο στα Βραγκιανά υπηρετούσε ένας καλός αγροτικός γιατρός, ο οποίος πολλές φορές ερχόταν μαζί του στο δρομολόγιο για να δει τους κατοίκους των άλλων χωριών. «Μου έμαθε να μετράω την πίεση και άκουγα τις συμβουλές που έδινε στους αρρώστους. Φεύγοντας από το χωριό, μου άφησε ένα πιεσόμετρο. Το έπαιρνα πάντα μαζί μου».
Την προσμονή του ταχυδρόμου σε αλλοτινές εποχές στη Μύρινα της Λήμνου, όπου μεγάλωσε, φέρνει στη μνήμη της η 85χρονη συγγραφέας Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου. «Η μοναξιά στο νησί είχε σπάνια χρώματα. Ένα απ’ αυτά ήταν και ο ταχυδρόμος. OΜπάμπης, ο λεβεντονιός με τη δερμάτινη καφετιά τσάντα κρεμασμένη στο λαιμό και το μόνιμο χαμόγελο κάτω απ’ τη θημωνιά του μουστακιού του, ήταν το γλαροπούλι που περιμέναμε να μας φέρει την είδηση. Φώναζε στις πλατείες των χωριών με την ντουντούκα: “ταχυδρόμος” και μαζευόταν ο κόσμος. Καταλαβαίνετε την αγωνία των ανθρώπων να πάρουν στα χέρια τους το γράμμα από τα ξενιτεμένα τους παιδιά. Η νόνα, όπως έλεγα τη γιαγιά μου, έπαιρνε από το γιο της, που ήταν στην Ιμπραημία της Αιγύπτου,κάθε τόσο ένα τσεκ. Μπορεί να περνούσε και ένας και δύο μήνες που περίμενε τούτο το γράμμα, κι άλλος τρόπος επικοινωνίας στην εποχή εκείνη δεν υπήρχε. Και θυμάμαι ότι, περιμένοντας τον ταχυδρόμο, μέσα στην ποδιά της, είχε πάντοτε ένα χαρτζιλίκι να του δώσει. Επειδή η νόνα δεν ήξερε γράμματα, της διάβαζε το γράμμα η μητέρα μου και εκείνη καθόταν με σταυρωμένα τα πόδια στο σκαμνάκι της και τα δάκρυα έτρεχαν και δεν τελείωναν ποτέ, είτε χαρούμενο ήταν το γράμμα είτε περιείχε στοιχεία λύπης, και μαζί με τη νόνα κλαίγαμε και εμείς τα παιδιά.
ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ
Θυμάμαι το γράμμα που έλαβε, με τη φωτογραφία από τη νέα εγγονή. “Σεβαστή μητέρα, υγείαν έχω και υγείαν ποθώ και δι’ Υμάς. Η Κική έτεκεν θήλυ και θα της δώσουμε το σεβαστόν σου όνομα Ελισάβετ…” Τα θολά ματάκια της νόνας μπούκωσαν. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως κι η χαρά μπορεί να παράξει τόσα δάκρυα. Μικρό κοριτσάκι, τα φυλλοκάρδια μου μανταλωμένα, ακόμα, δεν είχαν κλάψει ποτέ από χαρά. Την ετοιμάσαμε, λοιπόν, να πάει να γνωρίσει την εγγόνα. Tης είχε και τα προικιά της, κοσμήματα, οικογενειακά κειμήλια, φλουριά και λίρες, αλλά, φεύγοντας το βαπόρι από το νησί, έκατσε πάνω σε έναν ύφαλο και βούλιαξε. Σώθηκαν, ευτυχώς, όλοι, όχι, όμως, τα προικιά. Της την ξανάφτιαξε, ωστόσο, η νόνα την προίκα», επισημαίνει η κ. Βαγιάκου-Βλαχοπούλου, που διαμένει στον Μούδρο της ανατολικής Λήμνου. «Έκλεισε προσωρινά το τοπικό υποκατάστημα των ΕΛΤΑ. Προσπαθούμε να το κρατήσουμε ανοιχτό με νύχια και με δόντια. Εξυπηρετεί 18 χωριά, υπάρχουν ηλικιωμένοι που δεν γνωρίζουν γράμματα, δεν έχουν κάρτα και αναμένουν να εισπράξουν τη σύνταξή τους από το ταχυδρομείο», προσθέτει.
Η διαδρομή του αγροτικού ταχυδρόμου με τον κωδικό 230 ακολουθούσε ένα απαιτητικό και δύσβατο μονοπάτι στα δυτικά Σφακιά. Τρεις φορές την εβδομάδα, ώς το 1984, ο ταχυδρόμος έπρεπε να διανύσει περίπου 45 χιλιόμετρα με τα πόδια, με υψομετρική διαφορά 700 μέτρα από τα πάνω μέχρι τα κάτω χωριά και να διασχίσει κάθετα τρία φαράγγια για να φέρει τα νέα στα πιο αποκρυσμένα χωριά. Το πρόγραμμα «Ο δρόμος του ταχυδρόμου» (με συντονιστή δικαιούχο το Μεσογειακό Κέντρο Περιβάλοντος και χρηματοδότηση από το Πράσινο Ταμείο) περιλάμβανε την ανάδειξη του πολιτιστικού περιβάλλοντος της περιοχής Σφακίων μέσα από αυτό το παλιό μονοπάτι. «Πήραμε συνεντεύξεις από παλιούς ταχυδρόμους και κατοίκους, συγκεντρώσαμε πολλά γράμματα, τα οποία είναι τεράστια προϊόντα του λαϊκού πολιτισμού. Αποτυπώνονταν μαντινάδες στα γράμματα. Ουσιαστικά, μέσα από την αλληλογραφία, εμφανίζεται όλη η νεότερη ιστορία. Σε ένα γράμμα, φοιτητής περιγράφει στη Σφακιανή μάνα του τι ζει κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το 1973. Η πρώτη μαρτυρία που έχουμε για ταχυδρόμο είναι η ιστορία που μας έρχεται από τονπρώην προϊστάμενο της υπηρεσίας στα Σφακιά. Τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί γιατί του ζητούσαν το κλειδί του χρηματοκιβωτίου και δεν το έδινε. Το κλειδί το βρήκε ένας ταχυδρόμος που πήγε στην εκταφή και ήξερε πως ο προιστάμενος το έκρυβε στο παντελόνι του. Ο ταχυδρόμος ήταν η παρηγοριά του κόσμου που είχε ξενιτεμένα παιδιά και αδέλφια. Έπαιζε τη μουζίκα όταν έφτανε, για να ετοιμαστούν όλοι να βγουν και να συγκεντρωθούν κάτω από μια συκιά ή ένα μεγάλο πεύκο.Ο ερχομός του ταχυδρόμου σε κάποιο χωριό ήταν γιορτή, τον έβαζαν τιμητικά στον οντά, το πιο διακεκριμένο μέρος του σπιτιού για να τον κεράσουν.
ΚΩΔΙΚΟΙ ΜΕ ΤΕΛΙΤΣΕΣ
Υπήρχαν, όμως, και πολλές αντιξοότητες. Ο παλιός ταχυδρόμος Παύλος Βοτζάκης μάς είπε ότι μια φορά γλίστρησε στον γκρεμό και του έπεσαν τα γράμματα κι οι συντάξεις. Όταν, πάλι, δεν μπορούσε να το διασχίσει, πέταγε τη σακούλα με τα γράμματα πάνω από το ποτάμι. Επίσης, κάποτε, αν άνοιγες το γράμμα που σου έστελνε ο άλλος, έπρεπε να πληρώσεις. Οπότε, πολλές οικογένειες είχαν φτιάξει κωδικούς με τελίτσες ή σήματα πάνω στο φάκελο (τελίτσα κάτω δεξιά, για παράδειγμα, σήμαινε ότι το παιδί που γεννήθηκε ήταν αγόρι) για να μην ανοίξουν το γράμμακαι πληρώσουν», μας λέει η συνοδός βουνού και ξεναγός ερμηνείας Πηνελόπη Γκίνη, μέλος της ομάδας εργασίας του προγράμματος.
Ακριβώς το πώς αποτυπώνεται η ιστορία μέσα από τις επιστολές μελετά και ο συλλέκτης και φιλοτελιστής Γιώργος Θωμαρέης. «Είχε βρεθεί στα χέρια μου επιστολή αμερικάνου περιηγητή, που ανήκε στην Επιτροπή Φιλελληνικού Αγώνα της Νέας Υόρκης, που είχε επισκεφτεί την Ελλάδα το 1824 και ενημέρωνε τη Βαλτιμόρη για το τι συμβαίνει στη χώρα. Μέσα στην επιστολή, είχε σχεδιάσει με πενάκι τις πρώτες ελληνικές σημαίες που χρησιμοποιούσαν οι επαναστάτες», τονίζει ο κ. Θωμαρέης, ειδήμων της ταχυδρομικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης, στην οποία τις μέρες της απελευθέρωσής της λειτουργούσαν δέκα διαφορετικά εθνικά ταχυδρομεία (αυστριακό, ελληνικό, γαλλικό, αιγυπτιακό, οθωμανικό, ρώσικο, βρετανικό ιταλικό, σέρβικο, βουλγάρικο). «Μέχρι την Ίδρυση της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης, το 1875, η αποστολή ενός γράμματος από τη Θεσσαλονίκη στο Λονδίνο κόστιζε δύο δραχμές, όταν το μεροκάματο ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου ήταν μισή δραχμή. Έκτοτε, όμως, καθιερώθηκαν ενιαίες τιμές για την αλληλογραφία, όπως και η υποχρέωση ενός κράτους να διακινεί την αλληλογραφία του άλλου. Αυτό αποτελεί το κομβικότερο σημείο στην ιστορία της αλληλογραφίας. Έτσι, κάποιος που ήθελε να στείλει μια επιστολή από την Ελλάδα στην Αγγλία ή τη Γαλλία πλήρωνε μόνο 30 ή 60 λεπτά.Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η αλληλογραφία εκλαϊκεύεται (ώς τότε ήταν κυρίως εμπορική), ενώ από το 1890 αρχίζει και η ανταλλαγή καρτ ποστάλ, που τα πρώτα χρόνια αποτελούσε μεγαλοαστικό χόμπι. Τις τύπωναν σε χρωμολιθογραφίες και τις πουλούσαν τα γνωστά βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, οι φάκελοι εισάγονται μετά το 1870. Ώς τότε, έχουμε τους πλίκους, δηλαδή διπλωμένες επιστολές με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην ανοίγουν εύκολα και σφραγισμένες με βουλοκέρι. Μέχρι το 1870-1880, οι επιστολές που πήγαιναν από την Ανατολή στη Δύση είτε απολυμαίνονταν με καπνό ή ξίδι είτε παρέμεναν επί 15 μέρες σε απολυμαντήρια. Για τις επιστολές που πήγαιναν από τη Θεσσαλονίκη στη Δύση, υπήρχε το μεγάλο απολυμαντήριο στα Λαζαρέτα της Σύρου», τονίζει ο κ. Θωμαρέης.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Την αγάπη του για τα γράμματα και τα ταχυδρομεία μοιράστηκε ο Παναγιώτης Σαϊνατούδης, ιδρυτής της εναλλακτικής κοινότητας διατήρησης παραδοσιακών ποικιλιών σπόρων «Πελίτι». «Όταν ήμουν μικρός, πριν από τα δέκα μου, ήμουν στην αυλή του πατρικού μου, στη Βαμβακούσα Σερρών. Άκουσα στο ραδιόφωνο, ένα παραμύθι για έναν κύριο που αλληλογραφούσε. Αυτό το παραμύθι μού άλλαξε τη ζωή. Σε όλο το διάστημα της εφηβείας μου, αλληλογραφούσα με άλλα παιδιά από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο ταχυδρόμος με φώναζε “γραμματο-Σαϊνατούδη”, καθώς κάθε μέρα είχα τουλάχιστον ένα γράμμα. Η αλληλογραφία μού άνοιγε ένα παράθυρο στον κόσμο. Όταν ξεκίνησα το “Πελίτι”, όλη αυτή η εμπειρία και η αγάπη για την αλληλογραφία συνεχίστηκε μέσα από αυτό. Έτσι, όπου και να ήμουν, συνέχισα να αλληλογραφώ με ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, στέλνοντας σπόρους ή επιστολές. Στο Δασωτό Δράμας, όπου και άρχισα το“Πελίτι”, το πρώτο μου μέλημα ήταν να πάω στο ταχυδρομείο στο Κάτω Νευροκόπι. Η απόσταση είναι κοντά στα έξι χιλιόμετρα και την έκανα με τα πόδια και οτοστόπ. Όταν έμενα στο Σουμάκ της Ροδόπης, το κοντινότερο ταχυδρομείο ήταν στις Σάπες. Για να πάω σε αυτό, έπρεπε να ξεκινήσω στις πέντε το πρωί, να περπατήσω με τα πόδια κοντά στη μιάμιση ώρα για να φτάσω στον Κέχρο, όπου έφτανε η άσφαλτoς και ερχόταν το λεωφορείο για να κατέβω στις Σάπες. Αυτή η επίσκεψη στο ταχυδρομείο για να μάθω τα νέα, ποιος μου είχε γράψει, μου έφτιαχνε τη μέρα, με κινητοποιούσε. Έχω διεύθυνση αλληλογραφίας το Μεσοχώρι Παρανεστίου Δράμας και λαμβάνω 3.000 γράμματα το χρόνο, αλλά το ταχυδρομείο στο Παρανέστι πρόκειται να κλείσει. Μοιραία, δεν θα μπορώ να συνεχίσω την αλληλογραφία, τουλάχιστον με το εξωτερικό», μας λέει ο ίδιος.
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
«Κορίτσι που αγαπά τα βιβλία, τα ταξίδια και τα ζώα ζητά φίλους για αλληλογραφία». Κάπως έτσι θα συνόψιζε η δημοσιογράφος Γεωργία Καρκάνη την αγγελία που είχε δημοσιεύσει σε ένα εφηβικό περιοδικό, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. «Ήταν μια διέξοδος για μένα η αλληλογραφία, ενώ με τους penpals υπήρχε και ένα μυστήριο, αναρωτιόσουν πώς μπορεί να είναι ο άνθρωπος με τον οποίο αλληλογραφείς. Έδινα μεγάλη φροντίδα στην προετοιμασία της επιστολής, ενώ παράχωνα στους φακέλους από αποξηραμμένα λουλούδια μέχρι αποκόμματα από εισιτήρια συναυλιών ή αφίσες αστέρων για τους penpals που ήταν κολλημένοι με την ίδια μουσική ή τους ίδιους ηθοποιούς. Χρησιμοποίησα τις επιστολές μου περίπου σαν ένα ψυχοθεραπευτικό προσωπικό ημερολόγιο, όπου κατέγραφα και επεξεργαζόμουν, χωρίς να το συνειδητοποιώ, τις καθημερινές εμπειρίες μου. Ήρθα σε επαφή με παιδιά από μακρινές γωνιές του κόσμου, προτού ακόμα ταξιδέψω στο εξωτερικό, εξασκώντας τα αγγλικά μου και διευρύνοντας τη σκέψη μου. Ωρίμασα λίγο παραπάνω, αφήνοντας αναπάντητη την επιστολή που μου είχε στείλει ένας ενήλικος άντρας (και, μάλιστα, πολύ μεγαλύτερός μου, σύμφωνα με τη φωτογραφία που συνόδευε το πρώτο και, ευτυχώς, τελευταίο γράμμα του). Ένιωσα αμήχανα, άφραγκη και, ταυτόχρονα, εξωφρενικά προνομιούχα, όταν ένας penpal από την Αφρική μού ζήτησε να του στείλω για δώρο ένα γουόκμαν. Κυρίως, γέμισα πολλά μουντά, μονότονα απογεύματα με λέξεις, εικόνες, αρώματα, χρώματα επιστολόχαρτων και με τη γλυκιά προσμονή του επόμενου γράμματος. Περίμενα με αγωνία τον ταχυδρόμο, τα χέρια του οποίου παρατηρούσα με προφανές ενδιαφέρον, όποτε χτυπούσε την πόρτα, σκανάροντάς τα για φακέλους με το όνομά μου», φέρνει στη μνήμη της η κ. Καρκάνη.