Του Μήτσου…
Written by v.psychogios on 18/01/2026
Φανατικός [συνεπής, συνεπέστατος] αναγνώστης της «Εφημερίδας των Συντακτών» και νωρίτερα της «Ελευθεροτυπίας» ο Μήτσος, εργάστηκε επί τριάντα και πλέον χρόνια στην Εφορία. Δεν ήσαν και τα καλύτερά του χρόνια διότι, όπως έλεγε, οι περισσότεροι φορολογούμενοι ήσαν παλαβοί, δεν ήξεραν τι ζητούσαν και τι ήθελαν. Χαρούμενος πέρυσι οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. «Θα απαλλαγώ, επιτέλους –μου έλεγε– από αυτό το καθημερινό μαρτύριο». Βλεπόμαστε εδώ εκεί στην πλατεία Αγίου Παύλου όπου διέμενε με τον αγαπημένο του αδελφό, τον Βάκη, και τα κουτσοπίναμε. Από το ίδιο χωριό καταγόμαστε. Μια χαρά ήταν. Και ξαφνικά χθες μαθαίνω ότι ο Μήτσος πέθανε! Πέθανε; Ο Μήτσος; Γιατί; Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.
Είναι, ναι, άδικη με μερικούς ανθρώπους η ζωή. Την ώρα που προετοιμαζόταν να απολαύσει την ελευθερία του από το καθημερινό άγχος, η ζωή του το απαγόρευσε. Γιατί συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Γιατί αυτή η αδικία; Ποιος όμως να απαντήσει; Ανακοπή, είπαν οι γιατροί. Εμείς, τι να πούμε; Μένουμε άφωνοι και απορημένοι. Μεγαλώσαμε μαζί με τα δύο αδέλφια και τα πρώτα χρόνια στο χωριό και μετέπειτα στην Αθήνα. Συνέβησαν πολλά στο μεσοδιάστημα. Ενα ατύχημα που είχε ο Μήτσος στο χωριό [έσπασε και τα δύο του χέρια] του αφαίρεσε τη λαχτάρα να το επισκέπτεται όπως παλιά. Σαν να το αρνήθηκε. Εριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Κρίμα. Μάταια προσπαθούσαμε φίλοι και ο αδελφός του να τον μεταπείσουμε· ήταν κσι κοινωνικότατος, με παρέες, χαρτιά, οινοποσίες, σοβαρές συζητήσεις· ήταν, ναι, ενήμερος περί την πολιτική άμα τε και πολιτισμική αλλά και οικονομική ζωή της χώρας.
Είχα βεβαίως δέκα μήνες να τον δω, όταν έσπασε για δεύτερη φορά το χέρι του. Εκτοτε χάθηκε η επαφή – τα αδέλφια αρνούνταν να απαντήσουν στο τηλέφωνο. Μαθαίνω τώρα ότι αφότου έσπασε το χέρι του τον πήρε η κάτω βόλτα. Εσπασαν τα νεύρα του και κατά έναν περίεργο τρόπο το σώμα του κατέρρευσε· αρνιόταν να σηκωθεί και να περπατήσει. Θεώρησε προφανώς ότι δεν σταματούσε το κακό, ότι σαν κάποιος να τον είχε καταραστεί, ο ψυχικός του κόσμος αναστατώθηκε τόσο ώστε δεν μπορούσε να ελέγξει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του. Και ας προσπαθούσε ο αδελφός του, ας μην έφυγε ούτε στιγμή από δίπλα του· αυτός τον τάιζε, αυτός τον έπλενε, αυτός τον έντυνε, αυτός τα έκανε όλα –έμαθα– και άλλα πολλά… Και όχι μόνο τους τελευταίους δέκα μήνες, αλλά τα περισσότερα χρόνια που αρνιόταν να έλθει στο χωριό.
Μόνοι τους, χωρίς στενούς συγγενείς· να είναι καλά ο μεγάλος αδελφός και να ξέρει ότι οι φίλοι του θα σταθούν δίπλα του, δεν θα τον εγκαταλείψουν διότι ξέρουν τον μεγάλο του αγώνα, την αφοσίωσή του στον μικρό του αδελφό, τη σχεδόν παραίτησή του από τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες για χάρη του μικρού του αδελφού. Τέτοιες απώλειες είναι πάντα οδυνηρές. Μια ζωή εργασία και όταν έρχεται η ώρα να ξεκουραστεί κάποιος, η ζωή τού το αρνιέται – και είναι πολλές αυτές οι περιπτώσεις, δυστυχώς· είναι κοινωνικό και όχι προσωπικό τέτοιο θέμα.
