Κοντά μου / α΄ μέρος
Written by v.psychogios on 12/09/2026
Τέσσερα μέτρα πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, συν το ύψος σου. Ένα μόνο βήμα μπροστά και ύστερα, μετά από ελάχιστο χρόνο, το πολύ ένα δευτερόλεπτο, άλλα τέσσερα μέτρα μέχρι την επιφάνεια της θάλασσας.
Το ήξερα. Λογικά δεν θα χτυπούσα. Το έβλεπα απ’ τον γιο μου και άλλα παιδιά να κάνουν αυτό το ένα βήμα κι εγώ δεν μπορούσα.
Ήμουν όρθιος μπροστά στο κενό και δεν μπορούσα.
Αν ήμουν μπροστά σε έναν γκρεμό, σε έναν καταρράκτη, όπου η πτώση δεν θα είχε γυρισμό, θα με είχε πιάσει κρύος ιδρώτας, θα ζαλιζόμουν, θα είχα πάθει ταραχή. Τώρα απλώς δεν μπορούσα να κάνω το βήμα μπροστά.
Στην αρχή κάναμε μια κουβέντα με τον γιο μου για τον φόβο μας. Εκείνος, μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο, βούτηξε. Μετά το έκανε ξανά και ξανά. Πιο μετά έκανε και κωλοτούμπα.
Εγώ εκεί, μπροστά στο κενό. Το μυαλό μου έπαιζε ακόμα και με τις λέξεις. Τα ακροδάχτυλα στον αέρα, στο κενό, στο ”όνεκ” ανάποδα, αφού δεν έκανα μπροστά να το γεμίσω. Μιλούσα στο νερό κι εκείνο με έβλεπε. Δεν έκανα το βήμα μπροστά για να συναντηθούμε.
Καθόμουν λίγο πιο πίσω, κάτω, στον μεγάλο βράχο. Κοιτούσα τη θάλασσα, τον ορίζοντα, την παραλία με τον κόσμο στα δεξιά μου.
Πολλές σκέψεις για τον φόβο, τη δυσκολία, τη ζωή μου. Για πράγματα δύσκολα που έχω κάνει, που έχω καταφέρει, και άλλα που έχω να κάνω. Αλλά στο εδώ και τώρα εγώ στατικός.
Κουβέντες με τον γιο μου κάθε φορά που ανέβαινε, μέχρι να επαναλάβει το βήμα που δεν μπορούσα να κάνω. Λέγαμε διάφορα, αστεία και σοβαρά.
Ήρθε ένα ζευγάρι, είκοσι με είκοσι πέντε χρονών. Το αγόρι το έκανε από μικρός, το κορίτσι για πρώτη φορά. Το αγόρι βούτηξε. Το κορίτσι κοντοστάθηκε και είπε στο αγόρι:
”Ταχυκαρδία.”
Αλλά μετά έκανε το βήμα.
Εγώ εκεί.
Πιο μετά ήρθαν πέντε πιτσιρίκια. Ανεβοκατέβηκαν πέντε, δέκα φορές, με διαφορετικά πηδήματα κάθε φορά.
Εγώ εκεί.
Σκεφτόμουν ότι, αν με βλέπουν από την παραλία, θα με λένε κότα. Θα παίζουν στοίχημα για το αν θα βουτήξω ή όχι.
Όρθιος μπροστά στην άκρη του μεγάλου βράχου, τα ακροδάχτυλα στο κενό. Το κενό ανάποδα, αφού δεν έκανα το βήμα μπροστά να το γεμίσω.
Εκεί, όρθιος, ακίνητος, ακούνητος, σαν εύζωνας στην πλατεία Συντάγματος.
Σκεφτόμουν πώς μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος που πάει να αυτοκτονήσει, πετώντας από ψηλά.
Είπαμε με τον γιο μου να βουτήξουμε χέρι με χέρι.
Αδύνατον.
Τώρα, σχεδόν έξι ώρες μετά, καθώς γράφω, ήρθαν στο μυαλό μου τα κορίτσια που είχαν πέσει στο κενό τον περασμένο Μάιο στην Αθήνα.
Πώς το έκαναν, Θεέ μου;
Εγώ εκεί τότε και τώρα εδώ, βραδάκι, να γράφω και να νιώθω την ίδια αδυναμία με το εκεί. Όρθιος και καθιστός. Πιο πολύ όρθιος, αλλά μπροστά τίποτα. Ούτε εκατοστό.
Το να κατέβω από εκεί που ανέβηκα με τα πόδια ήταν πιο επικίνδυνο από το να βουτήξω στο κενό.
Τότε σκέφτηκα για πρώτη φορά τη διαφορά φόβου και επικινδυνότητας.
Η επικινδυνότητα έχει φόβο. Ο φόβος ίσως έχει φαινομενική επικινδυνότητα.
Αργότερα μου ’πε ο γιος μου:
”Σε έβλεπα από μακριά. Του μιλούσες, έκανες μια μικρή κίνηση, αλλά δεν έπεφτες. Ήσουν καρφωμένος εκεί, το βλέμμα κολλημένο χαμηλά.”
Δεν ξέρω αν ήταν νίκη ή ήττα τελικά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να θέτω τέτοιο θέμα.
Έμεινα εκεί για δύο ολόκληρες ώρες.
Απέκτησα ένα καλό δερματικό έγκαυμα από την παραμονή εκεί, τέσσερα μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Αποφάσισα να κατέβω το δύσκολο και επικίνδυνο «ξεσκαρφάλωμα», με τη σκέψη ότι έχω κι άλλες μέρες να δοκιμάσω.
Όσο περνούσε η ώρα και δεν έκανα το βήμα στο κενό, απομακρυνόμουν από το κενό.
Αν ξαναπάω, ή θα βουτήξω αμέσως ή θα δώσω δέκα λεπτά.
Θα δείξει.
Πάντα δείχνει…
250826134515452100
β.ψ.
