Έξι ποιήτριες στην εποχή των κρίσεων
Written by v.psychogios on 12/01/2026
Η ελληνική ποίηση έχει να επιδείξει μια σειρά από σπουδαίες ποιητικές καταθέσεις από γυναίκες δημιουργούς ξεκινώντας από τις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνοντας μέχρι το σήμερα
Μια σημαντική αλλαγή που παρατηρείται από τη γενιά του ‘70 και μετά είναι το γεγονός πως η ποίηση που γράφεται από γυναίκες δημιουργούς (και μιλάμε φυσικά για ποίηση με αξιώσεις) αριθμητικά ισορροπεί μια ζυγαριά για δεκαετίες προκατειλημμένη υπέρ των αντρών δημιουργών. Φτάνοντας στο σήμερα και εξετάζοντας το νέο ποιητικό κύμα (ποιήτριες και ποιητές με ένα ή δύο βιβλία) θα μπορούσαμε να πούμε πως η εικόνα έχει ανατραπεί ριζικά. Είναι οι φωνές των γυναικών αυτές που κυριαρχούν στο ποιητικό πεδίο διαμορφώνοντας μια εντελώς νέα συνθήκη. Και με τρόπο τόσο εμφατικό, ικανό να αποτινάξει αυτό το φορεμένο από άλλους καπέλο της «γυναικείας ποίησης» (στις τόσες παραλλαγές του), έναν τίτλο που περιορίζει και υποτιμά ή έστω απαιτεί μια σύνδεση των γυναικών δημιουργών με τις αντίστοιχες στερεοτυπικές θεματικές.
Στο μικρό ανθολόγιο που ακολουθεί παρουσιάζουμε έξι διαφορετικές ποιητικές περιπτώσεις, γυναίκες δημιουργούς διαφορετικών ηλικιών και τρόπων, μέσα από βιβλία που εκδόθηκαν περίπου την ίδια εποχή. Για το πώς ενσωμάτωσαν, πώς υπερέβησαν και πώς έκαναν τέχνη τα προβλήματα μιας ολόκληρης χώρας. Από τον ερχομό της κρίσης μέχρι και το μεταναστευτικό, από το υποστασιακό μέχρι το συλλογικό, από την κατάρρευση των βεβαιοτήτων μέχρι το αμφίβολο παρόν που διανύουμε.
ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Δεξιώσεις
Εντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα
Σαν να την κυνηγούσαν ληστές.
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια
Μ’ ένα άσπρο φως χειρουργείου.
Ετσι διδάχτηκα να δεξιώνομαι το τέλος.
Ως μια συνύπαρξη, ως πράξη καλοσύνης
Προς μια κυνηγημένη γυναίκα.
Στέκει στην άκρη της ζωής που μου μένει
Τυλιγμένη στα βαριά της παπλώματα.
Δεν απαιτεί, δεν καταγγέλλει, δεν ομολογεί.
Πιο συχνά δέχεται από τα χέρια μου
Αντί τροφής ένα μπουκέτο μαργαρίτες.
Οταν πλένω τα τζάμια μου τις βρίσκω
Σχεδιασμένες από την άχνα της πνοής.
Εκείνα αστράφτουν, η γυναίκα χαίρεται,
Εγώ, όπως είναι λογικό, σωπαίνω.
Χιονισμένη από σφαγή κι επιστήμη
Η πόλη έξω συνεχίζει να αναπτύσσεται.
Τρίζει η μεσοτοιχία ανεπαίσθητα
Σαν τα οστά παιδιού που μεγαλώνει
Χωρίς δικαίωμα στον θρήνο της αγάπης
Χωρίς ελπίδα σε σκοτάδι αγκαλιάς.
Τραγούδια του βουνού στον κάμπο
Είχε ένα ανάστημα που δεν του ανήκε,
Σαν σιδερένιο αντικείμενο απροσδιόριστης χρήσης.
Οταν κατόρθωνε να καθίσει
Από τα υποδήματά του διακρίνονταν
Δυο κάλτσες μάλλινες, ταπεινωμένες,
Τομάρια ζώων που πουλήθηκαν νωρίς,
Προτού βοσκήσουν το μερίδιό τους
Από τ’ απέραντα βοσκοτόπια του τόπου του.
Πάντα κάτι περίσσευε από κείνον,
Πότε κέρματα που ξεχειλώνουν τις τσέπες
Χωρίς να συμπληρώνουν ένα αντίτιμο,
Πότε μια γεύση καφέ σ’ όλη τη γλώσσα,
Πότε ο γιακάς απ’ το πουκάμισό του
Αρπαγμένος από τον λαιμό ή το σακάκι του.
Ωστόσο τι απαράμιλλη κομψότητα
Βρίσκει στο έναστρο κατάλυμά του!
Τι ανακούφιση! Δεν είναι ανάγκη ν’ αποκρύψει
Οτι εκείνος που δεν έχει αγαπηθεί
Δεν ξέρει πώς να δέσει μια γραβάτα.
Μιλάει ελάχιστα, στη γλώσσα μιας σφυρίχτρας
Που βρέθηκε σ’ ένα κουτί με ενθύμια.
Κι ανάμεσα στα πατικωμένα λουλούδια
Λιμνάζει ο ήχος της δικής του κοσμιότητας,
Το σφύριγμα ποιμενικής ανατολής.
■ Από τη συλλογή «Ευγενής ναυσιπλοΐα», εκδόσεις Μελάνι, 2021
ΗΛΕΚΤΡΑ ΛΑΖΑΡ
Ανθέμια μιας διάλυσης
Συλλέκτες της επόμενης μέρας
ζωάκια που μεταφέρουμε δυο κόσμους
παραισθήσεις
και φίλους παλιατζήδες
Ανθρωποι αξιότιμοι
λευκότεροι κι από κιμωλία
πειθήνιοι λες και είμαστε χειμώνες
σπασμωδικές κινήσεις όχι
όνειρα δοξολογίες όχι
από ‘να τέτοιο όνειρο ξυπνάμε πάντα σακατεμένοι
και πάντα οι ίσκιοι μας
ομόκεντροι φονιάδες
Χώματα χώματα οι βραδινές μας ώρες
με έναν στραβό ορίζοντα
με τα τέσσερα σημεία του πνιγμένα
Ερώτηση
τι είμαστε
ληγμένοι στη βιτρίνα
το πανταχού παρόν αδιάφορο
το άκομψο ανήλιαγο τραπέζι
τι είμαστε
κρυμμένα χέρια στους ύπνους
και χώμα πυροβολημένο
γιατί τέτοια αγωνία για μας
και προοριζόμαστε στο άθεο τούτο σμήνος
γιατί με σιγανή φωνή κι όπως οι βροχές ατέλειωτοι
γιατί μας ξαποστέλνουν δίχως να μας ανοίξουν
κι εγώ κανείς ποτέ
γιατί ηλίθιος παραλήπτης
■ Από τη συλλογή «Αγια νήπια», εκδόσεις Απαρσις, 2019
ΕΥΣΤΑΘΙΑ Π. (τρία έπσιλον)
οι γυναίκες από την ασία πλέκουν, μηχανή, γαζί, βελόνα, κεντούν
στα δεξιά του κέντρου κράτησης υπάρχουν χωράφια βαμβάκια
έφυγες και δεν είπες γεια
τα μικρά παιδιά χορεύουν χούλα χουπ με το πλανόδιο τσίρκο. μου ζητάνε να κουβαλήσω ένα
φανταστικό μπαούλο και όταν το ανοίγω μέσα του ζει ένα άλογο
χλιμιντρίζει σ’ άλλη γλώσσα
πριν χαθείς έδεσες στο χέρι μου ένα κορδόνι κι έκαψες τις άκρες να μη μπορεί να λυθεί
ξηλώνεις το συρματόπλεγμα κι αλλάζεις χώρες σε παράλογη σεκάνς
ακόμα κι όταν σκηνοθετεί γυναίκα
η φρίκη αποτυπώνεται πάντα συμβατικά
***
όταν νυχτώνει στο λιμάνι ξέρω
πώς ακριβώς σκάει το χρώμα στο κύμα
κι αν κοιτάς στο βάθος ευθεία πάντα βρίσκεις τις νύχτες μισό το φεγγάρι
αν
έβγαζες απ’ την τσέπη σου ένα καλαμάκι και ρουφούσες τη θάλασσα, θα μου έπαιρνε περίπου
δέκα λεπτά να περάσω απέναντι
αν
δεν μπλέκονταν στα πόδια μου δόντια και μπουκάλια αναψυκτικών
αν
δεν κολυμπούσαμε στα ίδια νερά με δεκάδες ανθρωπιστικές αποστολές
από την δύση στην ανατολή και από την ανατολή στη δύση είναι
μια ανάσα δρόμος
θα το ήξερες αν είχες πάει στη μυτιλήνη
■ Από τη συλλογή «Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας», εκδόσεις Θράκα, 2022
ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ
Ταυτότητες
Στις βόρειες χώρες με τα στρογγυλά βουνά
με την ομίχλη που ανεβαίνει από τις λίμνες
υπήρξα Ελληνίδα.
Στις μακρινές ηπείρους
με τα φαράγγια και τις κόκκινες ερήμους
υπήρξα Ευρωπαία.
Σε σκοτεινά σοκάκια μητροπόλεων
με τρομαγμένα βήματα και βιαστικά κλειδιά
ήμουν γυναίκα.
Και στο μικρό
το άγριο κομμάτι γης
που είδα το χρώμα του νερού και των λεπτών εντόμων
υπήρξα κύτταρο
που ούτε κοιτούσε ούτε ξεχώριζε
λουλούδια και σκουλήκια και χορτάρι
μα ανέπνεε την αρχαία αποστολή
πάνω στο χώμα.
Παράλληλη φύση
Κάθε μέρα στην πόλη
δεν κοιτώ τα θηρία
κοιτώ τα πουλιά.
Δεν βλέπω τις ύαινες δίπλα στους κάδους
τα γκνου στην πρωινή μετανάστευση
τα λιοντάρια στα φωτισμένα γραφεία
τις αντιλόπες στα πεζοδρόμια
τον ιαγουάρο στην άκρη του πάρκου
τους θωρακισμένους ρινόκερους,
μύωπες, πάντα στην επίθεση.
Κοιτώ τα πουλιά.
■ Από τη συλλογή «Ανήμερο», Ικαρος, 2023
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΤΟΥΛΑ
XVIII.
Δεν υπολόγισα με ακρίβεια.
Δεν υπήρξα -ενώπιόν της- επακριβώς αναληθής.
Προσάρμοσε τον φακό.
Μια ρωμαλέα αγριομέλισσα
διερευνά τέμνοντας το παρόν.
Οι παρυφές των πεύκων
κροταλίζουν στο σκοτάδι της νύχτας.
Βάζω τα δυο μου χέρια στα δικά σου
και καραδοκώ.
Εχει την εξουσία
να παραδώσει
τα δημιουργήματά της
στην εξουσία της ανάγκης
του φόβου
του τρόμου της.
Βαριά δεμάτια κρέμονται πάνω της οι ερμηνείες.
ANIMAL TRISTE (Σχεδίασμα Β’)
Το ζώο μου είναι στο είδος του μοναδικό.
Κατά μήκος και κατά πλάτος πηλός
με την ψυχή εύπλαστη σαν νεοσσός
και υπόγεια ρεύματα να το χτυπούν
-ενιότε- καταπρόσωπο.
Το ζώο μου είναι στη θλίψη του μοναδικό.
Ηχος από καμπάνες στον ορίζοντα.
Ανεβαίνει ζέστη.
Ιτιές καταρρέουν σε βαθιά νερά.
Τους νεκρούς σου τους έκαψες;
Μέτρησες σωστά;
Μερικά καλοκαίρια μετά
θα έχει τελειώσει ο θερισμός.
Οι γέροντες θα επιστρέψουν
στα παγκάκια της συντροφευμένης μοναξιάς τους
κι εγώ, που μήνες τώρα σου αφιερώνω την αιχμαλωσία μου,
θα σταθώ στο κατώφλι σου
ακόμη διστακτικός και
ενώπιόν σου θα κριθώ.
Ω κοινόχρηστη θλίψη του μαγιάτικου ακάλυπτου.
Ω αγκάθινη κορόνα της.
■ Από τη συλλογή «Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος. Ποιήματα της λευκής σελίδας», εκδόσεις Πατάκη, 2021
ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ
Τραύμα από έντομο
Στην αρχή όλα ήταν τόσο ωραία
όσο τριγυρνούσε δηλαδή αυτή μες στον κάμπο
Οταν είπαν πέφτει κάτω και ψοφά
άρχισα να χτυπάω πάνω στη λάμπα ξανά και ξανά
γελούσαν τα παιδιά που ήταν όρνια και πουλιά
χτυπούσαν τα ράμφη τους και τα γαμψά τους νύχια
την ώρα που έπεφτε αυτή κάτω και ψοφούσε
την ώρα που ψοφούσα μαμά
αυτά γύρω μου κάργιες, κόνδορες, κοράκια
Είχα σπασμούς, έβγαζα αφρούς από το στόμα
κατάπια τη γλώσσα μου και δάγκωσα τη δασκάλα
που ιδέα δεν είχε από φιλιά με γλώσσα-γλώσσα
Μ’ έβαλαν να υπογράψω κάτι χαρτιά ότι δεν είμαι δηλητηριώδης
στρίμωξαν τα γαλάζια μου φτερά σ’ ένα κουτάκι
και τα έθαψαν βαθιά μες στο μυαλό μου
δίπλα στα νανουρίσματα
Από τότε έχω να κοιμηθώ σαν πουλάκι
Συνδρομητικές σχέσεις
Οταν κρύβεσαι στην ντουλάπα είναι ένας τρόπος να ξαναμπείς
στην κοιλιά της μαμάς σου
είπες και με τσίμπησες στο μάγουλο
θα φταίνε αυτά τα βιβλία αυτοβελτίωσης που σου αρέσουν
ή το νέτφλιξ δεν ξέρω ακόμα
Προτιμώ να κλειστούμε για μήνες σε μια ντουλάπα
να πηδιόμαστε σαν άγνωστοι
από τα αγόρια μου αρέσεις εσύ και από τα κορίτσια μου αρέσεις πάλι εσύ
ούτε αυτό σου το είπα γιατί τρομάζεις εύκολα
Χτες που σε είπα μαμά την ώρα που έβαλες το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου
ντύθηκες, βγήκες από την ντουλάπα και δεν σε ξαναείδα ποτέ
άσε που δεν πήρες ούτε μπουφάν
Εχω μια ελπίδα πως έχεις ξαναφτιάξει τη ζωή σου και ζεις κάπου στην κουζίνα
αρκεί μια μέρα να βγω και εγώ από αυτή την ντουλάπα
Πόσο δύσκολο λες να είναι να αφήσω αυτή τη μάλλινη ζακέτα
που είναι κρεμασμένη και κουμπωμένη σαν νεκρή
και οι μανσέτες της με χαϊδεύουν στο κεφάλι σαν τη μάνα μου
■ Από τη συλλογή «Μικρές κανίβαλες», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2022
